ΟΤΙ ΑΝ ΑΥΤΩ ΔΟΚΕΙ
ΑΡΙΣΤΟΝ ΕΙΝΑΙ






Διακύρηξη
Όραμα
Δράσεις
Αρχές
Αξίες
Στόχος
 
ΟΙ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

 

 

Είναι γνωστό ότι, σε εποχές ύφεσης οι επιχειρήσεις περιορίζουν το δανεισμό τους, λόγω της μείωσης των επενδύσεων τους - έτσι ώστε να αντιμετωπίσουν μία συνεχώς χαμηλότερη ζήτηση. Επί πλέον, μειώνουν όλες τις δαπάνες λειτουργίας τους, με στόχο να επανέλθουν στην κερδοφορία – γεγονός που έχει σαν αποτέλεσμα τόσο τη μείωση του τζίρου των δικών τους προμηθευτών, όσο και τον περιορισμό των εισοδημάτων των εργαζομένων, με την ταυτόχρονη αύξηση της ανεργίας.

 

Ένεκα τούτου, τα έσοδα των κρατών μειώνονται αντίστοιχα - κυρίως επειδή, σε μεγάλο μέρος τους, προέρχονται από φόρους επί των περιορισμένων πλέον εισοδημάτων των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων (κερδών). Έτσι, η οικονομία εισέρχεται σε έναν καθοδικό σπειροειδή κύκλο, ο οποίος εκ των πραγμάτων ανατροφοδοτείται - οδηγώντας την σε συνεχώς αυξανόμενα προβλήματα.

 

Για να μπορέσει τώρα μία οικονομία να επιστρέψει σε μία σταθερή αναπτυξιακή πορεία, θα πρέπει οι σχετικά υπερχρεωμένοι τομείς της να μειώσουν τα χρέη τους, επιτυγχάνοντας πλεονάσματα. Εάν όμως, για να επιτευχθεί η μείωση των χρεών των υπερχρεωμένων τομέων, περιορίζονται οι δαπάνες τους, τότε αφαιρούνται έσοδα από άλλους τομείς – οπότε δεν καταπολεμάται το πρόβλημα, αφού μεταφέρεται η κρίση στους άλλους τομείς.

 

Για παράδειγμα, εάν το κράτος περιορίσει τις δαπάνες του, μειώνοντας τους μισθούς ή απολύοντας «περιττούς» εργαζομένους, το πρόβλημα δεν επιλύεται, αλλά απλά μετατοπίζεται στους υπόλοιπους τομείς - δια μέσου της μείωσης της κατανάλωσης (κυρίως στην οικοδομική δραστηριότητα, στην ακίνητη περιουσία εν γένει και από εκεί στο χρηματοπιστωτικό κλάδο – πυροδοτώντας μία έκρηξη μεγατόνων). Ποια  είναι λοιπόν η σωστή μέθοδος για να μπορέσει η Οικονομία να εισέλθει σε αναπτυξιακή τροχιά, χωρίς να εγκλωβισθεί στην παγίδα του χρέους;    

 

Η σωστή λύση θα ήταν εν προκειμένω η επίτευξη υψηλοτέρων εσόδων, τα οποία θα υπερκάλυπταν τις δαπάνες – έτσι ώστε ο περιορισμός των χρεών να προερχόταν από τα πλεονάσματα (κέρδη). Για να γίνει όμως κάτι τέτοιο εφικτό, θα έπρεπε άλλοι «συμμετέχοντες» στην «πτωτική» αγορά, οι ιδιώτες επιχειρηματίες για παράδειγμα, να προθυμοποιηθούν να προβούν, παρά την ύφεση, στην αύξηση των δαπανών τους – καθώς επίσης στην «απορρόφηση» των νέων ανέργων.

 

Είναι αυτονόητο ότι, οι «συμμετέχοντες» που θα μπορούσαν να ενεργήσουν με αυτόν τον τρόπο, δεν είναι ούτε το κράτος, ούτε τα αδύναμα εισοδηματικά στρώματα – αφού «αμφότεροι» δεν μπορούν να υπολογίσουν με αυξημένα έσοδα, εκτός εάν χρηματοδοτήσουν τις δαπάνες τους με νέα χρέη (κατά το πρόσφατο «παράδειγμα» των Η.Π.Α., το οποίο οδήγησε σε τεράστια δημόσια  ελλείμματα, καθώς επίσης στην κρίση των ενυπόθηκων δανείων χαμηλής εξασφάλισης - subrimes).

 

Επομένως, μόνο οι «συμμετέχοντες» με υψηλά περιουσιακά στοιχεία είναι σε θέση, χωρίς να χρεωθούν δυσανάλογα, να αυξήσουν τις δαπάνες τους σε επίπεδα που ξεπερνούν τα έσοδα τους. Πως όμως υποκινεί κανείς τους εισοδηματικά ισχυρούς, αυτούς καλύτερα που διαθέτουν περιουσιακά στοιχεία, να αυξήσουν τα δαπάνες τους;

 

Προφανώς, επειδή δεν θέλουν να «διαθέσουν» τα περιουσιακά τους στοιχεία στην κατανάλωση, ο μοναδικός τρόπος είναι να υποκινηθούν σε επενδύσεις οι οποίες, αφαιρουμένων των εξόδων και των φόρων, θα τους επιτρέπουν κέρδη από την όλη δραστηριοποίηση τους. Κατ’ επέκταση, ο μοναδικός τρόπος είναι η παροχή διευκολύνσεων (επίλυση των γραφειοκρατικών προβλημάτων κλπ), καθώς επίσης επενδυτικών κινήτρων - με σημαντικότερα ίσως όλων τη μηδενική φορολόγηση των νέων επενδύσεων, καθώς επίσης την επιδότηση του προσωπικού, για τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας τους («στοχευμένα» φυσικά σε επιχειρήσεις με εξαγωγικό προσανατολισμό, όπως και σε αυτές που δραστηριοποιούνται στους βασικούς πυλώνες της εκάστοτε οικονομίας – στη ναυτιλία, στον τουρισμό και στη γεωργία για την Ελλάδα).    

 

Έτσι το δημόσιο χρέος θα μειώνεται, με το ιδιωτικό να «καλύπτει τη διαφορά» – με αποτέλεσμα την πιο ορθολογική κατανομή του. Για παράδειγμα, θεωρούμε ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να επιλύσει σχετικά εύκολα τα προβλήματα της, εάν είχε αντιληφθεί έγκαιρα (πριν το 2009) τους κινδύνους (άρθρο μας: Έλλειμμα Διακυβέρνησης), με την εξής «διαδικασία»:

 

(α)  Με τις προβλέψεις 2010 (Πίνακας Ι), το δημόσιο χρέος θα ήταν περίπου 129% του ΑΕΠ - οπότε το ιδιωτικό 123% του ΑΕΠ (240 δις € ΑΕΠ). Εάν λοιπόν οι Έλληνες επιχειρηματίες (τράπεζες κλπ) επένδυαν το 40% του ΑΕΠ σε κρατικά περιουσιακά στοιχεία, τότε το δημόσιο χρέος θα περιοριζόταν στο 89% του ΑΕΠ - ενώ το ιδιωτικό θα αυξανόταν στα 163% του ΑΕΠ (στα επίπεδα του Καναδά).

 

Σε μία τέτοια περίπτωση, η οικονομική κατάσταση της Ελλάδας θα ήταν σχετικά ικανοποιητική, χωρίς καμία ουσιαστική διαφοροποίηση, οπότε η πιστοληπτική της ικανότητα (αξιολόγηση) θα παρέμενε σε φυσιολογικά επίπεδα. Επομένως, δεν θα είχε κανένα πρόβλημα δανεισμού ή «εμπλοκής» του ΔΝΤ στα εσωτερικά της – πόσο μάλλον εάν απευθυνόταν για δανεισμό σε νέες «πηγές» (Κίνα, Ρωσία, Αραβία κλπ), ως όφειλε, αν μη τι άλλο για τη διασπορά των κινδύνων.   

 

(β)  Με δημόσιο χρέος στο 89% του ΑΕΠ, απέναντι στο οποίο ευρίσκονται πολλαπλάσια περιουσιακά στοιχεία, η Ελλάδα θα χρειαζόταν δάνεια ύψους 214 δις €. Εάν οι Έλληνες Πολίτες αγόραζαν το 50% αυτών των δανείων (ομόλογα δημοσίου), τότε θα απαιτούνταν μόλις 107 δις € από τις «αγορές» - ενώ οι καταθέσεις τους στις τράπεζες θα συνέχιζαν να είναι ικανοποιητικές (πάνω από 100 δις €), ακόμη και αν έπρεπε να μειωθεί ο (υπερβολικός) αριθμός των πιστωτικών ιδρυμάτων, τα οποία δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα.  

 

Φυσικά, η χώρα θα έπρεπε να επιλύσει το πρόβλημα του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών της, με τη βοήθεια της ΕΕ. Επίσης, με τη «συνδρομή» των προμηθευτών στρατιωτικού εξοπλισμού της, για τα οποία δεν δόθηκαν ούτε καν τα φυσιολογικά «αντισταθμιστικά» οφέλη - αυτά δηλαδή που απαιτεί ο αγοραστής να επενδύσει ο πωλητής εξοπλισμού, όπως η Γαλλία και η Γερμανία, στη χώρα του (δυστυχώς, το 10% επί των προμηθειών, θυσιαζόταν ανέκαθεν στο «βωμό της διαφθοράς»). Τέλος, να λειτουργεί με ελλείμματα κάτω του 3%, έτσι ώστε να μην αυξάνεται το δημόσιο χρέος της.

 

Κατά την άποψη μας, υπό προϋποθέσεις, οι δυνατότητες αυτές ήταν, πριν από την εισβολή του ΔΝΤ, απόλυτα ρεαλιστικές - πόσο μάλλον εάν θα είχαν «συνοδευθεί» από μία υγιή φορολογική συνείδηση, με βάση την οποία θα αυξανόταν τα δημόσια έσοδα  (άρθρο μας).

 

Αφού όμως δεν είναι πλέον κάτι τέτοιο εφικτό, ιδίως επειδή απαιτεί χρόνο για την υλοποίηση του (ο οποίος δεν είναι πια διαθέσιμος λόγω του κακού χειρισμού της κρίσης), η μοναδική λύση είναι η άμεση διαγραφή χρεών τόσο του δημοσίου, όσο και του αδύναμου ιδιωτικού τομέα (υπερχρεωμένα νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις), έτσι ώστε να επιστρέψει η οικονομία σε πορεία ανάπτυξης - πριν επεκταθεί η κρίση σε άλλους, πολύ πιο επικίνδυνους τομείς (ακίνητα, τράπεζες), με πολύ πιο καταστροφικά αποτελέσματα.

 

Είναι αυτονόητο βέβαια ότι, ανάπτυξη κάτω από την αποπνικτική «σκιά» του ΔΝΤ, με το ίδιο ή με άλλο «μίγμα» μέτρων, πόσο μάλλον με υπερβολικούς άμεσους και έμμεσους φόρους, είναι αδύνατον να επιτευχθεί. Επομένως, εάν το ΔΝΤ δεν «εγκαταλείψει» τη χώρα μας, το αργότερο εντός του πρώτου εξαμήνου του 2011, με την παράλληλη κάλυψη του «χρηματοδοτικού κενού» της Ελλάδας από τους πιστωτές της (διαγραφή χρεών), δεν πρόκειται να υπάρξει μέλλον - ενώ η κατάσταση θα γίνει εκρηκτική, όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά για ολόκληρη την Ευρώπη   

 

Βασίλης Βιλιάρδος 

 

Νόμοι
Ποινές - Δικαιώματα
Κοινωνική - Οικονομική Πολιτική
Σοφιστική Σχολή
Συνδρομές - Εισφορές


Επιστροφή