ΟΤΙ ΑΝ ΑΥΤΩ ΔΟΚΕΙ
ΑΡΙΣΤΟΝ ΕΙΝΑΙ






Διακύρηξη
Όραμα
Δράσεις
Αρχές
Αξίες
Στόχος
 
Οι οικονομικές επιλογές της Ελλάδας


Η ΕΛΕΓΧΟΜΕΝΗ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ (ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΧΡΕΟΥΣ)

 

Με την παραπάνω έννοια αναφέρεται κανείς στην επίτευξη συμφωνίας μίας χώρας με τους πιστωτές της, σε σχέση με την αποπληρωμή των δανείων της. Εάν λοιπόν ένα οποιοδήποτε κράτος αδυνατεί να εξοφλήσει εμπρόθεσμα τις οφειλές του και προβαίνει σε συμφωνία με τους πιστωτές του, τότε θεωρείται ότι ευρίσκεται σε καθεστώς ελεγχόμενης πτώχευσης.

 

Προφανώς η Ελλάδα ευρίσκεται ήδη σε καθεστώς ελεγχόμενης χρεοκοπίας, αφού ζήτησε (και μάλλον πέτυχε) την επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των «ενυπόθηκων» 110 δις €. Φυσικά κάτι τέτοιο, η ελεγχόμενη χρεοκοπία δηλαδή, δεν σημαίνει ότι έφτασε το τέλος του κόσμου – αρκεί βέβαια να μην συνδεθεί με παραχωρήσεις, οι οποίες θα οδηγούσαν τη χώρα είτε στην οικονομική καταστροφή, είτε στην πλήρη υποδούλωση της (προτεκτοράτο).

 

Η συμφωνία τώρα με τους πιστωτές, εάν αφορά κράτη στις μεταξύ τους συναλλαγές, πραγματοποιείται στο «Κλαμπ του Παρισιού» - όπου συναντώνται από κοινού οι δανειστές με τους οφειλέτες.

 

Η πρώτη συνάντηση αυτού του είδους έγινε το 1956, με πρωτοβουλία τότε της Αργεντινής. Ο Γάλλος υπουργός οικονομικών (P.Pflimlin) κάλεσε τον Αργεντινό συνάδελφό του στο Παρίσι, με στόχο μία κοινή συζήτηση, με τη συμμετοχή των δανειστών, σε σχέση με την αποπληρωμή των τεραστίων χρεών της Αργεντινής. Η «πρακτική» αυτή θεωρήθηκε ικανοποιητική από όλους τους συμμετέχοντες, με αποτέλεσμα η διαδικασία να επεκταθεί και σε άλλες χώρες.

 

Έκτοτε το Κλαμπ του Παρισιού, στελεχωμένο με ελάχιστα σχετικά άτομα, έχει την έδρα του στο υπουργείο οικονομικών της Γαλλίας - το οποίο έχει αναλάβει την προεδρία του, διαθέτοντας μία Γραμματεία, στην οποία υποβάλλονται ανάλογα αιτήματα διαφόρων οφειλετών ή δανειστών. Η διαδικασία αυτή στηρίζεται εξ ολοκλήρου στην παράδοση, η οποία δημιουργήθηκε από το 1956, καθώς επίσης στη συνεχή εξάσκηση της. Το Κλαμπ δεν διαθέτει κανενός είδους γραπτές νομικές δικαιοδοσίες – ούτε κυβερνητικό συμβόλαιο, ούτε κανένα καταστατικό λειτουργίας του. Σύμφωνα δε με έναν εκ των προηγουμένων προέδρων του, τον κ. Jean-Claude Trichet, «Το Κλαμπ του Παρισιού είναι ένας μη θεσμός, ο οποίος συνδέει τη Λατινική φαντασία με τον Αγγλοσαξονικό πραγματισμό».

 

Στα πλαίσια της λειτουργίας του, οι χώρες-πιστωτές συναντώνται δέκα έως έντεκα φορές το χρόνο, για να συζητήσουν την κατάσταση των χρεών διαφόρων κρατών, καθώς επίσης για να διαπραγματευθούν με τις ίδιες (προφανώς θα έχει συζητηθεί πολύ πριν και το θέμα της Ελλάδας). Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών έχουν θεσπισθεί μάλλον αυστηροί κανόνες για τις συγκεκριμένες διαπραγματεύσεις, ενώ έχουν «επινοηθεί» διαφορετικά μοντέλα διακανονισμού ή διαγραφής χρεών, τα οποία όμως δεν είναι υποχρεωτικά στην υιοθέτηση τους - ενώ χρησιμεύουν μόνο στην ενημέρωση των συμμετεχόντων, παραμένοντας μη «προσβάσιμα» σε όλους τους υπόλοιπους.     

 

Τα αποτελέσματα αυτών των συζητήσεων καταγράφονται σε ένα πρωτόκολλο, το οποίο όμως συνιστά τυπικά, μόνο μία πρόταση – αν και στην πραγματικότητα είναι δεσμευτική, αφού τηρείται από τους συμμετέχοντες. Στη βάση αυτού του πρωτοκόλλου γίνονται δεσμευτικές συμφωνίες μεταξύ των εκάστοτε κρατών-δανειστών και της χώρας που οφείλει, στις οποίες τόσο ο διακανονισμός (επιμήκυνση κλπ) των χρεών ή η διαγραφή μέρους τους (haircut), όσο και οι λεπτομέρειες (δόσεις, τόκοι κλπ), ορίζονται επακριβώς. Συνήθως δε καθορίζεται ταυτόχρονα από το ΔΝΤ ένα οικονομικό πρόγραμμα εξυγίανσης της οικονομίας της χώρας, η οποία αδυνατεί να πληρώσει εμπρόθεσμα τα χρέη της και καταφεύγει στο Κλαμπ του Παρισιού (ενδεχομένως θα αντικατασταθεί σύντομα από το Κλαμπ του Βερολίνου, το οποίο σχεδιάζεται να έχει αυξημένες αρμοδιότητες - συνδυάζοντας και το αντίστοιχο του Λονδίνου).    

 

Οι απαιτήσεις των ιδιωτικών τραπεζών τώρα απέναντι σε ένα κράτος, μαζί με αυτές των ιδιωτικών επιχειρήσεων, οι οποίες γίνονται «απαιτητές» μέσω των τραπεζών, «διεκπεραιώνονται» χωριστά - από το «Κλαμπ του Λονδίνου». Ο συγκεκριμένος οργανισμός είναι μία επιτροπή, αποτελούμενη από ιδιωτικές τράπεζες (μέλη του είναι 1.000 περίπου τράπεζες παγκοσμίως), η οποία απασχολείται με τα προβλήματα των χρεωστών – συνήθως δε με τις δυσκολίες των κρατών, τα οποία δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν με τις υποχρεώσεις τους. Οι διαπραγματεύσεις αφορούν και εδώ διακανονισμούς χρεών, διαγραφές, υπομνήματα κλπ, καθώς επίσης αλλαγές στις προϋποθέσεις χρηματοδότησης μίας χώρας.

 

Όπως ισχύει και για το Κλαμπ του Παρισιού, το Κλαμπ του Λονδίνου δεν έχει κανενός είδους γραπτές νομικές δικαιοδοσίες, κανένα καταστατικό οργανόγραμμα, ενώ δεν υπάρχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις – λειτουργεί δηλαδή στηριζόμενο στην παράδοση και στις πρακτικές του παρελθόντος, καθώς επίσης στη συνεχή «εξάσκηση» του. Σε αντίθεση δε με το «Κλαμπ του Παρισιού», δεν διαθέτει ειδική Γραμματεία, ενώ δεν υπάρχει κάποιος σταθερός τόπος συνάντησης – με τις διαπραγματεύσεις να λαμβάνουν συνήθως χώρα παράλληλα με αυτές του «κλαμπ του Παρισιού».

 

Όσον αφορά ειδικά τη διαγραφή μέρους των χρεών, τις περισσότερες φορές περιορίζεται μόνο το καθαρό χρέος (κεφάλαιο), ενώ οι τόκοι συνεχίζουν να καταβάλλονται χωρίς «εκπτώσεις». Οι διαπραγματεύσεις δεν υπόκεινται σε κανενός είδους δεσμευτικούς κανόνες, ενώ δεν υφίσταται έννομη απαίτηση μείωσης του χρέους εκ μέρους των οφειλετών.  

 

Όπως είναι κατανοητό από την παραπάνω μικρή περιγραφή των δύο κυρίαρχων Κλαμπ των τοκογλύφων, όταν ένα κράτος θελήσει να προβεί σε διακανονισμό των χρεών του, αδυνατώντας να ανταπεξέλθει με την πληρωμή τους, είναι ουσιαστικά υποχρεωμένο να διαπραγματευθεί και με τις δύο οργανώσεις – αφού συνήθως χρωστάει τόσο σε εθνικά κράτη, όσο και σε τράπεζες, οι οποίες εκπροσωπούν τα συμφέροντα όλων των ιδιωτών-δανειστών του (επιχειρήσεις, επενδυτές κλπ).

 

Εάν λοιπόν, μέσα στα πλαίσια αυτά, επιτύχει να συμφωνήσει με τα δύο αυτά κλαμπ των δανειστών του, τότε αναφερόμαστε ουσιαστικά στην ελεγχόμενη χρεοκοπία του, η οποία θα μπορούσε, στο παράδειγμα της Ελλάδας, να ακολουθήσει τα εξής σενάρια:

 

(α)  Πάγωμα πληρωμών: Πρόκειται για την αναστολή της πληρωμής τόκων και χρεολυσίων, για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα – τουλάχιστον για μία πενταετία, έτσι ώστε να έχει αποτέλεσμα. Στην περίπτωση αυτή, η Ελλάδα θα υποχρεωνόταν να μηδενίσει τα ελλείμματα του προϋπολογισμού της, να εφαρμόσει μία αυστηρή δημοσιονομική πολιτική, καθώς επίσης να επιτύχει ανάπτυξη της τάξης του 3-4%, έτσι ώστε το δημόσιο χρέος της, μετά την πενταετία, να κυμανθεί σε επίπεδα κάτω του 120% (οπότε να έχει τη δυνατότητα στη συνέχεια να εξοφλεί τα χρέη της).

 

(β)  Διαγραφή χρεών: Πρόκειται για μείωση του χρέους (haircut) η οποία, στην περίπτωση της χώρας μας, δεν θα μπορούσε να είναι χαμηλότερη από το 50% (δηλαδή, με συνολικό χρέος στα τέλη του 2011 περί τα 360 δις €, μείωση κατά 180 δις €). Οι πιστωτές της εδώ θα έχαναν 180 δις €, συν τους αναλογούντες τόκους, ενώ το χρέος της Ελλάδας θα διαμορφωνόταν στο 78% ενός ΑΕΠ ύψους περίπου 230 δις € (οι τόκοι θα ήταν της τάξης των 9 δις €, εάν υποθέσουμε ένα μέσο επιτόκιο 5%). Εάν η δημοσιονομική πολιτική παρέμενε αυστηρή, καθώς επίσης εάν δεν ακολουθούσαν περαιτέρω ελλειμματικοί προϋπολογισμοί, θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μία επιτυχημένη αναπτυξιακή πολιτική, η οποία θα οδηγούσε τη χώρα στην έξοδο από την κρίση.

 

(γ)  Επιμήκυνση του χρέους με χαμηλό επιτόκιο: Για παράδειγμα, θα μπορούσε να συμφωνηθεί η αποπληρωμή του συνολικού χρέους μας, χωρίς καμία διαγραφή, σε 40 ισόποσες ετήσιες δόσεις, με επιτόκιο ίσο με το εκάστοτε βασικό της ΕΚΤ (άρθρο μας). Αν και η λύση αυτή είναι η περισσότερο έντιμη, ενώ μπορεί να οδηγήσει την Ελλάδα μακριά από τα σημερινά αδιέξοδα, είναι πολύ δύσκολο να γίνει αποδεκτή από τους πιστωτές της. Ο λόγος είναι το ότι, η μείωση των επιτοκίων είναι απαγορευμένος καρπός από τους τοκογλύφους, οι οποίοι γνωρίζουν πολύ καλά από πού επιτυγχάνουν τη συνεχώς αυξημένη κερδοφορία τους (Η μάστιγα των τόκων). 

 

Ίσως οφείλουμε εδώ να αναφερθούμε στη έννοια των ευρωομολόγων, τα οποία συζητούνται πάρα πολύ συχνά, σε σχέση με τη βοήθεια των υπερχρεωμένων κρατών της Ευρωζώνης - από την ίδια την Ένωση, αλλά και από το σύνολο σχεδόν της Ελληνικής Πολιτικής. Χωρίς να επεκταθούμε σε λεπτομέρειες, κατά την άποψη μας η υιοθέτηση των ευρωομολόγων δεν πρόκειται ουσιαστικά να προσφέρει κάτι το εξαιρετικά σημαντικό στη χώρα μας – όπως επίσης δεν θα προσφέρει η αγορά ομολόγων, εκ μέρους του μηχανισμού σταθερότητας (EFSF).     

 

Η χρηματοδότηση μας με ένα επιτόκιο της τάξης του 4%, το οποίο φαίνεται να εξασφαλίζεται από την έκδοση των ευρωομολόγων, απλά θα περιορίσει τους τόκους, με τους οποίους επιβαρύνεται το χρέος μας. Αν και δεν μπορεί κανείς να ισχυρισθεί ότι, η μείωση των τόκων δεν είναι θετική, εν τούτοις, με τα χρεολύσια να ξεπερνούν τα 30 δις € ετησίως, καθώς επίσης με τους τόκους τα 15 δις €, είναι αδύνατον να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα – πόσο μάλλον να επιτύχουμε ανάπτυξη, χωρίς την οποία είναι αδύνατον να αποφευχθεί η χρεοκοπία (άρθρο μας). Σε κάθε περίπτωση δε, το να αντιμετωπίσεις μία κρίση χρέους με νέο χρέος, είναι τουλάχιστον ανόητο.

 

Η «ΑΝΕΞΕΛΕΓΚΤΗ» ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ (ΣΤΑΣΗ ΠΛΗΡΩΜΩΝ)

 

Πρόκειται για τη «μονομερή» στάση πληρωμών, χωρίς καμία διαπραγμάτευση ή συμφωνία με τους πιστωτές. Κατά την άποψη πολλών, θεωρείται σαν το χειρότερο σενάριο τόσο για τους πιστωτές μας, όσο και για την Ευρωζώνη συνολικά – συμπεριλαμβανομένου του κοινού νομίσματος.

 

Οι συνέπειες για τη χρεοκοπημένη χώρα είναι βραχυπρόθεσμα θετικές, αλλά σε μακροπρόθεσμη βάση εξαιρετικά αρνητικές (άρθρο μας) – αν και δεν συνδέεται υποχρεωτικά με την έξοδο από την Ευρωζώνη. Το δημόσιο της χώρας που «επιλέγει» τη στάση πληρωμών, επειδή δεν είναι πλέον υποχρεωμένο να πληρώνει τόκους και χρεολύσια, μπορεί να επενδύσει – επιτυγχάνοντας έξοδο από την ύφεση και επιστροφή στην ανάπτυξη.

 

Τα περιουσιακά στοιχεία της όμως στο εξωτερικό, όπως και αυτά της κεντρικής τράπεζας της, καθώς επίσης οι επιδοτήσεις της στα πλαίσια της ΕΕ, δεσμεύονται από τους πιστωτές της. Εκτός αυτού, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα δεν μπορεί να επενδύσει στο εξωτερικό, χάνει ολοκληρωτικά την πρόσβαση της στο διεθνή δανεισμό, ενώ οι αγορές προϊόντων εκ μέρους της γίνονται μόνο έναντι μετρητών.

 

Στην περίπτωση της Ελλάδας, οι πιέσεις της να εξέλθει από την Ευρωζώνη θα ήταν μάλλον «αφόρητες», αφού όσο θα παρέμενε κράτος-μέλος της, οι κερδοσκοπικές επιθέσεις εναντίον των άλλων χρεωμένων κρατών της ένωσης θα κλιμακώνονταν -  με ανυπολόγιστες συνέπειες για την ισοτιμία και τη βιωσιμότητα του Ευρώ.  

 

ΑΡΝΗΣΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΤΟΥ ΑΠΕΧΘΟΥΣ ΧΡΕΟΥΣ

 

Πρόκειται για ένα σενάριο μη ελεγχόμενης χρεοκοπίας, αφού η άρνηση αποτελεί μονομερή αθέτηση πληρωμών – δεν είναι δηλαδή το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων με τους πιστωτές,  είτε είναι αιτιολογημένη, είτε όχι.

 

Τα απεχθή χρέη (ή χρέη δικτατόρων, όπως επίσης αποκαλούνται - σύμφωνα με έναν όρο, ο οποίος συνιστά «λαϊκό Δίκαιο» που όμως δεν έχει γίνει αποδεκτό μέχρι σήμερα στο σύνολο του), θεωρείται ότι είναι «μη αποδεκτά» και δεν υπάρχει υποχρέωση πληρωμής τους, εφόσον:

 

(α)  έχουν συναφθεί χωρίς την έγκριση των Πολιτών μίας χώρας, λόγω της ύπαρξης μίας μη εκλεγμένης δημοκρατικά κυβέρνησης, η οποία δεν έχει την απαιτούμενη νομιμοποίηση της πλειοψηφίας,

 

(β) τα χρήματα έχουν χρησιμοποιηθεί για την καταπίεση των Πολιτών μίας χώρας, έχοντας τους προκαλέσει ζημίες με τη χρήση τους,  

 

(γ)  οι δανειστές είχαν γνώση και των δύο παραπάνω περιπτώσεων - ή θα μπορούσαν να έχουν, με τη βοήθεια μίας εύλογης έρευνας.

 

Ουσιαστικά δεν υπάρχουν σαφή κριτήρια, σε σχέση με το ποια χρέη ή από πότε μπορούν να χαρακτηρισθούν «απεχθή»(odious debts). Θεωρείται όμως ότι, η υποχρέωση επιστροφής αυτών των δανείων ευρίσκεται σε πλήρη αντίθεση, με τα «ενδιαφέροντα» της δημοκρατικής κυβέρνησης, η οποία διαδέχεται στην εξουσία την απολυταρχική προηγούμενη.

 

Ειδικότερα, εάν τα χρήματα που προήλθαν από το δανεισμό, οδηγήθηκαν στα ταμεία της ελίτ, της κυρίαρχης τάξης δηλαδή μίας χώρας, εάν χρησιμοποιήθηκαν για την καταπίεση του πληθυσμού της ή δαπανήθηκαν για άλλους λόγους, οι οποίοι δεν προήγαν τα συμφέροντα του συνόλου, πιστεύεται πως δεν πρέπει να υποχρεωθεί η εκλεγμένη νέα κυβέρνηση να τα πληρώσει (σύμφωνα με το δόγμα του «απεχθούς χρέους»).

 

Παράλληλα, με αυτόν τον τρόπο επιδιώκεται η παρεμπόδιση των δυνητικών δανειστών, να στηρίζουν ανάλογα, δικτατορικά συνήθως, καθεστώτα. Η Κούβα (1898), η Κόστα Ρίκα (1923) και το Εκουαδόρ (2008) το οποίο, μετά από λογιστικό έλεγχο του δημοσίου χρέους, χαρακτήρισε μέρος του ως «απεχθές», έκαναν χρήση του συγκεκριμένου «δόγματος» στο παρελθόν.

 

Όσον αφορά την Ελλάδα, επειδή τα τελευταία τριάντα χρόνια, εντός των οποίων δημιουργήθηκε το τεράστιο δημόσιο χρέος της, δεν διοικείται από μη εκλεγμένες δημοκρατικά κυβερνήσεις, θεωρούμε ότι πολύ δύσκολα θα μπορούσε κανείς να επικαλεσθεί τη συγκεκριμένη έννοια, «απαιτώντας» διαγραφή των απεχθών χρεών κατά τα πρότυπα που αναφέραμε.

 

Παρά το ότι λοιπόν οι δανειστές μας είχαν σαφώς γνώση, σχετικά με την «κακοδιαχείριση» των δανείων που ενέκριναν στις κυβερνήσεις μας, όπως απεδείχθη, μεταξύ άλλων, από τον πρόεδρο της Κομισιόν, ενώ ήταν οι ίδιοι οι διαφθορείς της πολιτικής μας ηγεσίας, είναι μάλλον δύσκολο να επικρατήσει μία τέτοια άποψη – ειδικά αφού κανένας πολιτικός μέχρι σήμερα δεν έχει τιμωρηθεί, οπότε δεν έχει ουσιαστικά στοιχειοθετηθεί ο χρηματισμός και η διαφθορά, η οποία κόστισε στη χώρα μας τουλάχιστον το 50% των συνολικών δημοσίων χρεών της (άνω των 180 δις €).        

 

Η ΕΠΙΚΛΗΣΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ

 

Η κυβέρνηση ενός κράτους μπορεί να αρνηθεί την «εξυπηρέτηση» του συνόλου ή μέρους των χρεών του, εάν η πληρωμή τους μπορεί να προκαλέσει την οικονομική καταστροφή της πλειοψηφίας των Πολιτών του – εάν δηλαδή είναι συνδεδεμένη με το κλείσιμο των σχολείων, με το σταμάτημα της λειτουργίας των νοσοκομείων κλπ.

 

Η δυνατότητα αυτή στηρίζεται στην απόφαση της επιτροπής Διεθνούς Δικαίου του ΟΗΕ, σύμφωνα με την οποία «Ένα κράτος-μέλος δεν μπορεί να αναγκασθεί να κλείσει σχολεία, πανεπιστήμια, δικαστήρια και να εγκαταλείψει τις δημόσιες υπηρεσίες, επιφέροντας χάος και αναρχία στην κοινωνία, απλά και μόνο για να εξασφαλίσει την αποπληρωμή των δανείων σε ξένους και τοπικούς δανειστές του».

 

Κατά την άποψη μας, η Ελλάδα δεν μπορεί να επικαλεσθεί κάτι τέτοιο, παρά το ότι ο κίνδυνος είναι ορατός, εφόσον η κρατική περιουσία της υπερκαλύπτει το δημόσιο χρέος – ενώ το ιδιωτικό χρέος της είναι κατά πολύ χαμηλότερο, σε σχέση με τις περισσότερες χώρες της Ευρωζώνης, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας.

 

Η «ΑΠΟΧΡΕΩΣΗ» ΜΕ ΔΙΚΑ ΜΑΣ ΜΕΣΑ

 

Με εξαίρεση την επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής του συνολικού δημοσίου χρέους μας, χωρίς καμία διαγραφή, με 40 ισόποσες ετήσιες δόσεις και το βασικό επιτόκιο της ΕΚΤ, υπό την προϋπόθεση της εκδίωξης του ΔΝΤ - μία λύση που μάλλον δικαιούμαστε, αφού το μεγαλύτερο μέρος του χρέους προήλθε από τη διαφθορά των πολιτικών μας και τις υπερτιμολογημένες αγορές εκ μέρους του δημοσίου,

 

εάν θα τοποθετούμαστε υπέρ της ολοκληρωτικής διατήρησης της Εθνικής μας κυριαρχίας, θα οφείλαμε να ξεπεράσουμε χωρίς τη βοήθεια «τρίτων» τα σημερινά προβλήματα, στα οποία μας οδήγησαν οι κυβερνήσεις των τελευταίων τριάντα ετών – τουλάχιστον με τη δική μας ανοχή, αν όχι με την ενεργό συμμετοχή, ενώ αναμφίβολα αυξήθηκε σημαντικά ο ιδιωτικός μας πλούτος (από την άνοδο των τιμών της ακίνητης περιουσίας, λόγω του τουρισμού και των έργων υποδομής, από τις επιδοτήσεις της ΕΕ στη γεωργία, από την πτώση των επιτοκίων λόγω της εισόδου μας στην Ευρωζώνη κλπ). Στην περίπτωση αυτή υπάρχουν οι εξής τρόποι, τους οποίους έχουμε αναλύσει στο παρελθόν:

 

(α) Η εθνικοποίηση του χρέους: Από το σύνολο των οφειλών του κράτους μας, περίπου τα 200 δις € είναι εξωτερικά δάνεια, με προγραμματισμένους τόκους και δόσεις αποπληρωμής τους. Εάν, κατά το παράδειγμα της Ιαπωνίας, η κυβέρνηση μας κάλυπτε το συγκεκριμένο ποσόν σταδιακά, με την έκδοση εθνικών ομολόγων (για τα οποία θα ήταν προτιμότερο να χρησιμοποιηθούν κυρίως οι καταθέσεις Ελλήνων στο εξωτερικό, έτσι ώστε να μην προβληματισθούν οι Ελληνικές τράπεζες), θα είχαμε προφανώς τη δυνατότητα να αυτοχρηματοδοτηθούμε (άρθρο μας). 

 

(β)  Ο μηδενισμός του χρέους: Είναι μία λύση που θα μπορούσε να επιτευχθεί με την εφάπαξ εισφορά περιουσιακών στοιχείων (καταθέσεις, ακίνητα κλπ) των Ελλήνων ιδιωτών, την οποία έχουμε αναλύσει στο παρελθόν – αν και με τη συμμετοχή των δανειστών μας (άρθρο μας). Όπως είχαμε αναφέρει τότε, αφενός μεν πρέπει να πληρώνουμε για τα λάθη μας (δυστυχώς εμείς εκλέγαμε τόσα χρόνια εκείνους τους Πολιτικούς που μας οδήγησαν στην καταστροφή), αφετέρου κανένας πόλεμος δεν διεξάγεται χωρίς απώλειες - ενώ στόχος μας οφείλει να είναι όχι η εξάλειψη των απωλειών, αφού κάτι τέτοιο είναι εντελώς ανέφικτο, αλλά ο όσο το δυνατόν μεγαλύτερος περιορισμός τους.

 

(γ)  Η μετοχοποίηση του χρέους: Το κράτος μας θα μπορούσε να δημιουργήσει μία ή περισσότερες εταιρείες, συνεισφέροντας τόσο πάγια περιουσιακά του στοιχεία στο κεφάλαιο τους, όσο και κάποιες συμμετοχές του στις δημόσιες επιχειρήσεις. Στη συνέχεια, θα μπορούσε να πουλήσει αυτές τις μετοχές σε Έλληνες επενδυτές και καταθέτες, έτσι ώστε να χρηματοδοτηθεί εσωτερικά - χωρίς να αναγκασθεί στην εκποίηση τους σε ξένους. Ας μην ξεχνάμε ότι, με συνολικό χρέος στο 252% του ΑΕΠ μας, το ιδιωτικό θα μπορούσε να φθάσει στο 180% χωρίς κανένα πρόβλημα – οπότε, το δημόσιο χρέος θα περιοριζόταν στη διαφορά (72%).

 

Εάν η Ελλάδα χρησιμοποιούσε έναν από τους παραπάνω ή κάποιους ανάλογους τρόπους «αποχρέωσης», με δικά της μέσα, θα μπορούσε να ξεφύγει από τα προβλήματα της - εξοφλώντας (εκδιώκοντας) το ΔΝΤ και ανακτώντας την Εθνική της κυριαρχία, καθώς επίσης την εθνική της υπερηφάνεια. Άλλωστε, η περαιτέρω δραστηριοποίηση του ΔΝΤ θα κοστίσει στους Πολίτες της, σε όλους εμάς δηλαδή, πολύ περισσότερα, από αυτά που θα προσφέραμε σήμερα, με τη θέληση μας – υπό την προϋπόθεση φυσικά του πλήρους ελέγχου της Πολιτείας

 

Για παράδειγμα, τυχόν πτώση της αγοράς ακινήτων, η οποία προκαλεί συνήθως μία εκτεταμένη τραπεζική κρίση, θα κόστιζε στον ιδιωτικό τομέα μας, σε όλους εμάς δηλαδή, περισσότερα από 200 δις € - όπως η καταβαράθρωση του ελληνικού χρηματιστηρίου, η οποία ήδη κόστισε στους μετόχους των εισηγμένων εταιρειών μας, «κεφαλαιοποίηση» άνω των 150 δις € (το 50% σχεδόν του δημοσίου χρέους μας). Αλήθεια, ποια ιδιωτική επιχείρηση θα συνέχιζε να «ανέχεται» το διευθύνοντα σύμβουλο στη θέση του, εάν είχε ζημίες που θα ξεπερνούσαν το 50% του ετήσιου τζίρου της (ΑΕΠ), διακινδυνεύοντας την περαιτέρω αύξηση τους;     

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Όπως έχουμε αναλύσει στο παρελθόν, η «ακμή» ενός λαού σαν τον δικό μας, θα μπορούσε να στηριχθεί στις τρείς παρακάτω προϋποθέσεις (η παρακμή, αντίστοιχα, στην παντελή έλλειψη τους – κάτι που πολύ φοβόμαστε ότι «συμβαίνει» σήμερα):

 

(α)  Σε ένα σύνολο υγιών οικονομικών και πολιτικών θεσμών, οι οποίοι θα καθορίζουν επακριβώς το πλαίσιο, μέσα στο οποίο θα μπορούμε να αναπτυχθούμε, ανταγωνιζόμενοι με ίσους όρους.

 

(β)  Σε ένα σύνολο συνειδητών πολιτών, το οποίο να κατανοεί επαρκώς τις αρχές της Οικονομίας και της Δημοκρατίας ή, τουλάχιστον, να έχει διαμορφώσει ένα χαρακτήρα συνεπή προς το συγκεκριμένο «τρόπο ζωής».

 

(γ)  Σε μία υψηλής ποιότητας ηγεσία, η οποία να μπορεί να κατευθύνει ορθολογικά το κράτος (να μην σπαταλάει δηλαδή και φυσικά να μην «υπεξαιρεί» το δημόσιο πλούτο, «εκμηδενίζοντας» παράλληλα τον πολιτισμό μας), καθώς επίσης να διαφυλάσσει τη χώρα της, τουλάχιστον στις κρίσιμες στιγμές – χωρίς ποτέ να επιτρέπει σε τρίτους να την προσβάλλουν. Τα απολύτως απαραίτητα χαρίσματα που πρέπει να διαθέτει η ηγεσία αυτή δεν είναι άλλα, από το να μπορεί να πείθει τεκμηριωμένα, να εμπνέει και να διδάσκει - να εκπαιδεύει δηλαδή τους κυβερνωμένους.  

 

Εάν λοιπόν δεν αγωνισθούμε για να αποκτήσουμε τα παραπάνω χαρακτηριστικά, με απώτερο στόχο την κυριαρχία των Θεσμών και την άμεση Δημοκρατία, καθώς επίσης εάν συνεχίσουμε να «επιρρίπτουμε» τις ευθύνες σε τρίτους, χωρίς να προσπαθήσουμε να  επιλύσουμε, με δικά μας κυρίως μέσα, τα οικονομικά και λοιπά μας προβλήματα, δεν πρόκειται να ξεφύγουμε από το «τέλμα» - ενώ, στην αντίθετη περίπτωση, θα ήταν μάλλον οξύμωρο να παραπονιόμαστε για την απώλεια της εθνικής μας κυριαρχίας ή να αναφερόμαστε στην εθνική μας υπερηφάνεια.     

 

Βασίλης Βιλιάρδος 

 

Νόμοι
Ποινές - Δικαιώματα
Κοινωνική - Οικονομική Πολιτική
Σοφιστική Σχολή
Συνδρομές - Εισφορές


Επιστροφή