ΟΤΙ ΑΝ ΑΥΤΩ ΔΟΚΕΙ
ΑΡΙΣΤΟΝ ΕΙΝΑΙ



 



Διακύρηξη
Όραμα
Δράσεις
Αρχές
Αξίες
Στόχος
 
2η Μεταβολή- Δράκοντος

 

Υπολογισμός του αριθμού των πολιτών κατά περιουσιακή κλίμακα (τίμημα) και των ενιαυσίων εσόδων της Αθήνας στη Μεταβολή  του Δράκοντα.

Το ελληνικό φορολογικό σύστημα βασιζόταν κυρίως στην άμεση φορολόγηση, πρώτα γιατί είναι πιο δίκαιη  και, συνεπώς, πιο κοντά στην αρχαιοελληνική δημοκρατική νοοτροπία. Και θα πρέπει να μη λησμονούμε πως και σήμερα οι άμεσοι φόροι θεωρούνται πιο δίκαιοι .

Θα δούμε τον αριθμό των πολιτών και των ετήσιων τακτικών εσόδων της Αθήνας στη Μεταβολή του Δράκοντα [624/3 π.Χ.], του Σόλωνα και του Κλεισθένη. Η χρήση του νομίσματος μόλις είχε θεσμοθετηθεί και το νόμισμα ήταν βέβαια μεταλλικό. Οι υποδιαιρέσεις της δραχμής σε μεταλλικά νομίσματα θα ήσαν αρκετά δύσκολο να κατασκευάζονται σε μεγάλες ποσότητες. Αυτή η τεχνική δυσκολία θα έκανε την έμμεση φορολογία όχι και τόσο εφαρμόσιμη  και για λόγους τεχνικούς κι όχι μόνο ιδεολογικούς.

Θεμελιώδης πολιτικο-οικονομική αρχή των ισοκρατικών ελληνικών πόλεων ήταν ότι πλήρη πολιτικά δικαιώματα (ελευθερία πρώτου βαθμού)  είχαν μόνο όσοι συμμετείχαν στα έξοδα της πόλης, όσοι φορολογούνταν. Ο θεσμός αυτός διαπαιδαγωγούσε τους πλουσιότερους να θεωρούν τιμή τους να ξοδεύουν για την πόλη τους. Την εποχή του Δράκοντα οι Αθηναίοι φορολογούμενοι πολίτες φαίνεται πως ήδη χωρίζονταν σε δύο φορολογικές κλίμακες: εκείνη των 100 μνων, ας τους ονομάσουμε «εκατομνίτες» και εκείνη των 10 μνων, ας τους ονομάσουμε «δεκαμνίτες»

Στο εδάφιο 4, 2 της Αθηναίων Πολιτείας του Αριστοτέλη δίνεται η εντύπωση, αλλά δε λέγεται αναφανδόν ότι πρώτος ο Δράκοντας εισήγαγε τη φορολογία στην Αθήνα. Από την άλλη μεριά ο Αριστοτέλης λέει ρητά (Πολ. Β, 1274β 15-19) πως οι αλλαγές του Δράκοντα δεν ήταν πολιτειακού χαρακτήρα, αλλά πως απλώς ο τελευταίος δημιούργησε και δικούς του νόμους βελτιώνοντας το πολίτευμα, που ήδη προϋπήρχε, χωρίς όμως να το αλλάξει. Έτσι μπορούμε με αρκετή βεβαιότητα να κάνουμε την υπόθεση πως στην Αθήνα υπήρχαν πριν το Δράκοντα οι δύο φορολογικές κλίμακες, αν και, όπως ειπώθηκε, η εφεύρεση, κοπή του νομίσματος ήταν καινοφανής. Οι εκφράσεις «ριστίνδην» και «πλουτίνδην» των εδαφίων 3, 1 και 6,  αντιστοιχούν μάλλον σ’ αυτές τις δύο φορολογικές κλίμακες: οι πλούσιοι παλιοί μεγαλοκτηματίες ήσαν οι «άριστοι» με τις 100 μνες  και οι απλώς «πλούσιοι» ήσαν οι δεύτεροι με τις 10 μνες. Αργότερα αυτές οι φορολογικές κλίμακες μπορεί να αποδόθηκαν στο Δράκοντα, επειδή κάπως τις «μετέβαλε» με τη Μεταβολή του, όπως θα το δούμε αμέσως. Και είναι επίσης πιθανό οι άριστοι και οι απλώς πλούσιοι να αντιστοιχούν στους Γεωργούς και τους Δημιουργούς των Αποσπασμάτων· αυτούς τους αναφέραμε ήδη, μιλώντας για το Θησέα.

Το πιθανότερο λοιπόν είναι πως ο Δράκοντας βρήκε τις δύο φορολογικές κλίμακες να υπάρχουν. Απλώς καθόρισε μονάχα το φόρο σε νομίσματα, μια και μόλις τότε πρωτοεμφανίστηκε το νόμισμα -και μάλιστα οι αιγινήτικες χελώνες- όπως επίσης κατέγραψε τους νόμους του, γιατί πάλι μόλις τότε είχε εμφανιστεί η ευρεία χρήση της αλφαβητικής γραφής. Βέβαια και πριν την εισαγωγή του νομίσματος υπήρχε η φορολογία, μόνο που αποδιδόταν σε μέταλλα ή αγαθά συλλεγμένα στις δημόσιες αποθήκες, σε ανάληψη έργων (3, 4) ή σε προσφερμένη εργασία και διατροφή των εργαζομένων. Οι αλλαγές του Δράκοντα ήταν λίγες κι όχι επαρκείς, έτσι ώστε η Μεταβολή του να θεωρηθεί πολιτειακού χαρακτήρα. Θα ήταν πολύ αντιφατικό για τον Αριστοτέλη από τη μια να λέει ότι ο Δράκοντας δεν έκανε πολιτειακή Μεταβολή και από την άλλη να του αποδίδει βαθιές πολιτειακές αλλαγές, όπως είναι η θέσπιση της φορολογίας. Κατά τον Αριστοτέλη (Πολ. Β, 1273β 33-34) μόνο ο Σόλωνας και ο Λυκούργος έκαναν τόσο πολλές αλλαγές -ανάμεσά τους και οικονομικές και φορολογικές μεταρρυθμίσεις- έτσι ώστε οι Μεταβολές τους να θεωρηθούν πολιτειακού χαρακτήρα. Όπως και να έχει το ζήτημα, την εποχή του Δράκοντα υπήρχαν πια δύο μόνο φορολογικές κλίμακες.

Η πρώτη αλλαγή του Δράκοντα ήταν να διαιρέσει τους ήδη φορολογούμενους Αθηναίους αλλά μαζί τους και εκείνους που δεν φορολογούνταν και  είχαν όμως τη δυνατότητα να προμηθευθούν πανοπλία, σε τρία τιμήματα ή περιουσιακές τάξεις

α) τους Εξακοσιομέδιμνους -και όχι Πεντακοσιομέδιμνους-

, β) τους Ιππείς και

γ) τους Ζευγίτες.

Οι 600μέδιμνοι είχαν παραγωγή 600 μέδιμνους, οι Ιππείς μπορούσαν να τρέφουν ένα τουλάχιστο άλογο και να υπηρετούν στο ιππικό, όταν θα χρειαζόταν, και οι Ζευγίτες μπορούσαν να τρέφουν ένα ζευγάρι βόδια για το όργωμα.

Να σημειώσουμε ότι ο Δράκοντας φαίνεται να καθόρισε με ακρίβεια μόνο το τίμημα, την περιουσιακή κατάσταση, της πρώτης τάξης, της τάξης των 600μεδίμνων και στο περίπου το τίμημα της τάξης του Ιππέα και της τάξης του Ζευγίτη, μια και για το Δράκοντα οι τάξεις αυτές ήσαν πολιτικές, δηλαδή είχαν διαφοροποιημένα μεταξύ τους πολιτικά δικαιώματα μονάχα· δεν ήταν ακόμα φορολογικές κλίμακες· οι φορολογικές κλίμακες την εποχή του Δράκοντα ήταν οι «εκατομνίτες» και οι «δεκαμνίτες».

Αυτές οι τρεις τάξεις συνεισέφεραν πάντως στα έξοδα της πόλης, πληρώνοντας ανάλογα με την οικονομική τους δυνατότητα πρόστιμα σε περίπτωση απουσίας τους από τις συνελεύσεις της Εκκλησίας του Δήμου και τις συνεδριάσεις της Βουλής των 401, την οποία την είχε θεσπίσει ο ίδιος ο Δράκοντας, καταργώντας τη 48μελή Βουλή των Ναυκράρων, όχι όμως και τους ναυκράρους· αυτούς τους κατάργησε ο Κλεισθένης (8, 3 και  21, 5). Το πρόστιμο για την πρώτη τάξη ήταν τρεις δραχμές, για τη δεύτερη, δύο και για την τρίτη, μία (4, 3). Αυτό σημαίνει πως, αν οι 600μέδιμνοι ήσαν χ, οι Ιππείς θα ήσαν 1,5χ και οι Ζευγίτες 3χ.

Ας δούμε λοιπόν πόσοι ήσαν οι φορολογούμενοι της εποχής του Δράκοντα.

Είναι αυτονόητο ότι οι 600μέδιμνοι του Δράκοντα, λόγω της καλύτερης οικονομικής τους κατάστασης, λόγω δηλαδή του μεγαλύτερού τους τιμήματος, για να χρησιμοποιήσουμε τον αρχαιοελληνικό όρο, ήσαν λιγότεροι από τους 500μέδιμνους του Σόλωνα, οι οποίοι, όπως θα δούμε ήταν 1200. Κάνουμε λοιπόν την υπόθεση πως οι 600μέδιμνοι του Δράκοντα θα ήταν 1000. Και πώς όμως αποτολμούμε αυτή την υπόθεση; Έχουμε κάθε λόγο να υποθέσουμε πως ο Σόλωνας, αν και θέλησε να μειώσει την κατά πολίτη 500μέδιμνο φορολόγηση, δε θα ήθελε να μειώσει και τα ενδεχόμενα έσοδα της πόλης· έτσι αύξησε τον αριθμό των φορολογούμενων και από 1000 τους έκανε 1200, επειδή 1000×600=1200×500. Δηλαδή η ανώτατη-πλουσιότερη, πολιτική τάξη του Δράκοντα σα σύνολο και η ανώτατη-πλουσιότερη πολιτική τάξη και φορολογούμενη κλίμακα του Σόλωνα σα σύνολο είχαν την ίδια περιουσιακή ισχύ· έτσι η ανώτατη φορολογική κλίμακα του Σόλωνα θα πλήρωνε όσα θα πλήρωνε και η πλουσιότερη πολιτική τάξη του Δράκοντα, αν πλήρωνε φόρο. Γίνεται βέβαια και η «δημοκρατική υπόθεση» πως κάθε τάξη σαν σύνολο πλήρωνε τον ίδιο φόρο.

Αφού λοιπόν οι 600μέδιμνοι του Δράκοντα ήσαν 1000, υπολογίζουμε πως οι Ιππείς στη δική του Μεταβολή ήσαν 1500 και οι Ζευγίτες 3000· κατά τα ειπωμένα χ=1000, 1,5χ=1500 και 3χ=3000. Έτσι φαίνεται ότι το σύνολο των πολιτών με πλήρη πολιτικά δικαιώματα ήταν 5500, όταν κλήθηκε ο Δράκοντας να νομοθετήσει στην Αθήνα. Να σημειώσουμε πως ο αριθμός των 5000 πολιτών σαν κατώτατος ξαναπροτάθηκε για την Αθήνα, το 411 π.Χ. (29, 5).  Θέλουμε να γίνει σαφές ότι δεν προτείναμε τυχαία και αβασάνιστα τον αριθμό 5500. Ας δούμε τώρα πώς κατανέμονταν οι 5500 πολίτες στις δύο φορολογικές κλίμακες: σ’ εκείνη των «εκατομνιτών» και εκείνη των «δεκαμνιτών» (4, 2).

Τον καιρό του Δράκοντα, τα τακτικά ετήσια έσοδα της πόλης ήσαν οι φόροι που πλήρωναν αυτοί οι 5500 πολίτες. Η κατανομή τους στις δύο φορολογικές κλίμακες δίνεται από την εξίσωση χ+10χ=5500. Η εξίσωση βγαίνει με βάση τα ακόλουθα. Ο λόγος των δύο φορολογικών κλιμάκων (100 μνες και 10 μνες), στις οποίες είχαν κατανεμηθεί οι 5500 πολίτες ήταν10÷1. Αυτό σημαίνει πως σ’ ένα πολίτη της πλουσιότερης φορολογικής κλίμακας αντιστοιχούσαν 10 πολίτες της λιγότερο πλούσιας, υποθέτοντας πάντα, κατά τη «δημοκρατική υπόθεση», πως οι φορολογικές τάξεις πλήρωναν τον ίδιο φόρο. Την υπόθεση αυτή τη δεχόμαστε και στη Μεταβολή του Σόλωνα με βάση τις πληροφορίες του Πολυδεύκη. Αν λοιπόν οι πολίτες των 100 μνων ήταν χ, οι πολίτες των 10 μνων θα ήσαν 10χ· και καταλήγουμε στην εξίσωση χ+10χ=5500. Έτσι βγαίνει πως οι «εκατομνίτες» πολίτες ήσαν 500, ενώ οι «δεκαμνίτες» πολίτες ήταν 5000. Κι αφού πια συμπεράναμε πόσοι ήσαν οι «εκατομνίτες» και πόσοι οι «δεκαμνίτες», ας προσθέσουμε το συμπέρασμα πως τους Εξακοσιομέδιμνους του Δράκοντα θα τους συνθέτανε οι 500 «εκατομνίτες» και οι  πλουσιότεροι από τους 5000 «δεκαμνίτες».

 

Κι επειδή 1 μνα=100 δρχ. και ο ετήσιος φόρος ήταν η δεκάτη, το 1/10 της φορολογήσιμης περιουσίας (16, 6), τα τακτικά ετήσια έσοδα της Αθήνας την εποχή αυτή ήταν: 500×1000=5000×100=500.000 δραχμές αιγινήτικες το ποσό που πλήρωνε κάθε φορολογική κλίμακα μόνη της. Και οι δύο μαζί οι φορολογικές κλίμακες πλήρωναν 500.000×2=1.000.000 αιγινήτικες δραχμές ή 1.000.000÷6000=166 τάλαντα αιγινήτικα και 4000 αιγινήτικες δραχμές. Να επισημάνουμε ότι 1 τάλαντο αιγινήτικο = 6.000 δραχμές αιγινήτικες, αλλά 10.000 δραχμές αττικές. Επομένως οι 1.000.000  αιγινήτικες δραχμές αντιστοιχούσαν σε περισσότερες αττικές δραχμές, επειδή η αττική-σολώνεια δραχμή ήταν ανατιμημένη σε σχέση με την αιγινήτικη.


 

Αναλυτικότερα.

  6.000 αιγιν. δρχ.  αντιστοιχούν σε 10.000 αττικές δρχ.

1.000.000 αιγιν. δρχ αντιστοιχούν σε :

χ=10.000×1.000.000÷6000=1.666.666 δρχ.

ή 278 αττικά τάλαντα και 4000 αττ. δρχ.  

Ο θεσμός των λειτουργιών και των έκτακτων εισφορών, που ήταν πολύ παλιός (Αριστ. Πολ. Ε, 1310β 21-22), καθώς και τα πρόστιμα για τις απουσίες στις συνελεύσεις της Εκκλησίας ή στις συνεδριάσεις της Βουλής αύξαναν τα έσοδα του δημόσιου θησαυροφυλακίου του αθηναϊκού Κοινού. Κύριος όμως στόχος της Μεταβολής του Δράκοντα δεν ήταν η ανακατανομή των φορολογούμενων Αθηναίων σε τρεις περιουσιακές-πολιτικές τάξεις. Με τους νόμους του επεξέτεινε κυρίως τα πλήρη πολιτικά δικαιώματα και σε τάξεις λιγότερο πλούσιες, αρκεί τα μέλη τους να είχαν την οικονομική δυνατότητα να προμηθεύονται τον απαραίτητο βαρύ οπλισμό, ώστε να συμμετέχουν στη λεγόμενη οπλιτική φάλαγγα, η οποία αποτελούσε το κύριο μέρος του στρατεύματος και ουσιαστικά υπεράσπιζε την ελευθερία (δηλαδή τα πολιτικά δικαιώματα) των πολιτών. Αυτή είναι η πρώτη διεύρυνση του πολιτικού σώματος των Αθηναίων, του Δήμου, μετά τις διάφορες συρρικνώσεις του από την εποχή του Θησέα λόγω της απώλειας των πολιτικών δικαιωμάτων κάποιων πολιτών εξαιτίας οικονομικών δυσχερειών (2, 2-3). Η διεύρυνση του Δήμου συνάδει με το όλο αρχαιοελληνικό δημοκρατικό πνεύμα. Άλλωστε ήταν ο μόνος τρόπος για να σταματήσουν οι εμφύλιες διαμάχες που ήδη επισημαίνονται από τον Αριστοτέλη (2, 1).

Έτσι είναι σαφές ότι με τη Μεταβολή του Δράκοντα η βαρύτητα για την απόκτηση των πολιτικών δικαιωμάτων αρχίζει να μετακινείται από την οικονομική ευχέρεια στη βούληση να υπερασπίσουν την πόλη: όποιος διακινδυνεύει τη ζωή του για την πόλη, τη διακινδυνεύει για τα πολιτικά δικαιώματα κατ’ ουσία, άρα του αξίζει να γίνει πολίτης. Και στην ιστορία της Αθήνας συνέβηκε αρκετές φορές δούλοι, μη Έλληνες μάλιστα, να αποκτήσουν πολιτικά δικαιώματα, επειδή πολέμησαν για την Αθήνα

 Άλλωστε με βάση αυτό το σκεπτικό κι αυτή τη διαδικασία η εξουσία πέρασε αργότερα ολοκληρωτικά στα χέρια του Δήμου στην Αθήνα (27, 1). Το κριτήριο αυτό πρέπει μάλιστα να ήταν παλαιότερο και γενικευμένο στον Ελληνικό Χώρο τουλάχιστο, γι’ αυτό πάντα το ανώτατο πολιτειακό όργανο ήταν η Εκκλησία του Δήμου. Με αυτό το κριτήριο, τη συμμετοχή στην υπεράσπιση της πόλης, γίνονταν και οι Συνοικισμοί - Συνδιοικήσεις. Έτσι φαίνεται να ενέργησε και ο Θησέας. Βέβαια αργότερα τα χρέη και ο δανεισμός με εχέγγυο το σώμα οδήγησε στη δουλεία και την απώλεια των πολιτικών δικαιωμάτων (2, 2) και άρχισε να γίνεται δεκτό να αναθέτεται η Αρχική λειτουργία της εξουσίας στους πλουσιότερους, χωρίς ποτέ να πάψει να υπερέχει η Νομοθετική λειτουργία της εξουσίας και να είναι πάντα η Εκκλησία του Δήμου το ανώτατο πολιτειακό όργανο, μια κι αυτή ασκούσε τη Νομοθετική.

Η διεύρυνση του πολιτικού σώματος ήταν η ουσιαστική αλλαγή του Δράκοντα. Θα πρέπει όμως να σημειωθεί και κάτι άλλο. Ο Αριστοτέλης στο οικείο εδάφιο (4, 2) λέει χαρακτηριστικά: «πεδέδοτο μν πολιτεία τος πλα παρεχομένοις.» (Είχε ξαναδοθεί βέβαια το πολίτευμα [τα πλήρη πολιτικά δικαιώματα] σ' όσους παρείχαν στον εαυτό τους πανοπλία.) Το ρήμα ποδίδωμι της αρχαίας σημαίνει, όπως και το αντίστοιχο αποδίδω της δημοτικής, δίνω πίσω, δίνω πάλι, ξαναδίνω κάτι σ' αυτόν που του ανήκε και του έχει αφαιρεθεί. Έτσι γίνεται σαφές ότι η Δημοκρατία, δηλαδή η άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων από πολλούς κι όχι μόνο από τους πλούσιους και από τους αριστοκράτες, που τους λέγανε, ήταν υπόθεση πολύ παλιά στους Αθηναίους και στους Έλληνες γενικότερα. Τα πολιτικά όμως δικαιώματα, όπως το ίδιο το ρήμα υπονοεί, πότε αφαιρούνταν και πότε ξαναδίνονταν ανάλογα με τη μεταβολή των πολιτικών συνθηκών και το συσχετισμό των πολιτικών δυνάμεων. Φυσικά οι αλλαγές των πολιτικών συνθηκών και συσχετισμών οφείλονταν σαφώς στις οικονομικές διαφορές, που εντείνονταν με το πέρασμα του χρόνου, και οι πλούσιοι  γίνονταν πλουσιότεροι, ενώ οι φτωχοί φτωχότεροι και χρεώνονταν στους πλούσιους. Στόχος λοιπόν του Δράκοντα, όπως το δηλώνει το ρήμα «ξαναδίνω», ήταν να ξαναπάρουν πίσω πλήρη τα πολιτικά τους δικαιώματα περισσότεροι πολίτες. Έτσι θα μπορούσε να θεωρηθεί βέβαιο πως με τη Μεταβολή του Δράκοντα γίνανε δεκτοί στο πολιτικό σώμα σα Ζευγίτες, δηλαδή με ελευθερία [σχεδόν] πρώτου βαθμού, και άλλοι πολίτες, οι οποίοι ήσαν αφορολόγητοι και δε συμπεριλαμβάνονταν στους 5500, μια και δε δήλωναν φορολογήσιμη περιουσία πάνω από 10 μνες, αλλά παρ’ όλ’ αυτά είχαν την οικονομική δυνατότητα να αποκτήσουν την πανοπλία και να συμμετέχουν στην οπλιτική φάλαγγα. Και βέβαια το σύνολο των πολιτών των τριών πλούσιων τάξεων με τη διεύρυνση της Μεταβολής του Δράκοντα θα πρέπει να έτεινε να εξισωθεί με εκείνον της Μεταβολής του Θησέα. Στη Μεταβολή του Δράκοντα αναφέρονται ρητά οι τρεις πλούσιες τάξεις (4, 3) και υπονοούνται οι Θήτες στο εδάφιο 4, 5, αλλά στη Μεταβολή του Σόλωνα αναφέρονται ρητά και οι τέσσερις τάξεις και μάλιστα σα να προϋπήρχαν (7, 3). Άρα το σύνολο των Αθηναίων πολιτών πρέπει να ήταν πολύ μεγαλύτερο από τους 10800 του Θησέα.

Τα αξιώματα ο Δράκοντας τα μοίρασε με κριτήριο τις περιουσίες, τα τιμήματα  Με το γενικό όρο «τς δ΄λλας ρχάς» σημαίνονται οι 401 βουλευτές, οι 80 εφέτες του Δράκοντα, καθώς και κάθε άλλο χαμηλότερο αξίωμα, στο οποίο μπορούσαν να κληρωθούν και οι αφορολόγητοι Ζευγίτες. Όποιος δήλωνε φορολογήσιμη περιουσία τουλάχιστο δέκα μνες ήταν δυνατό να εκλεγεί ένας από τους Εννέα άρχοντες ή ταμίας, ενώ για να εκλεγεί Στρατηγός ή Ίππαρχος έπρεπε να δηλώνει φορολογήσιμη περιουσία τουλάχιστο εκατό μνες.

Είναι φυσικά αυτονόητο πως κάθε Αθηναίος πολίτης, από εκείνους που είχαν την οικονομική δυνατότητα να αποκτήσουν πανοπλία, μπορούσε να αποφύγει τα πρόστιμα, συμμετέχοντας στις συνελεύσεις της Εκκλησίας και τις συνεδριάσεις της Βουλής. Όπως ήταν επόμενο, οι λιγότερο πλούσιοι ήταν πιο τακτικοί στις συνελεύσεις και τις συνεδριάσεις, ενώ οι πιο ευκατάστατοι από αυτούς μπορούσαν να προσφέρουν στον εαυτό τους την πολυτέλεια να λείπουν και να πληρώνουν το ανάλογο πρόστιμο. Αυτό το στρατήγημα του Δράκοντα ωθούσε και τους πιο πλούσιους να ασχολούνται με τα κοινά, ενώ οι λιγότερο πλούσιοι αποτελούσαν πάντα την πλειονότητα στις συνελεύσεις.

Ο υπόλοιπος πληθυσμός δεν πλήρωνε ούτε φόρους ούτε πρόστιμα και είχε περιορισμένα πολιτικά δικαιώματα, δηλαδή μετείχε μόνο στην Εκκλησία του Δήμου, στη Νομοθετική (πολίτες δεύτερου βαθμού ελευθερίας), και ζούσε κυρίως από τη μισθωτή του εργασία: αυτοί ήσαν οι Θήτες. Οι Θήτες δηλαδή δε μετείχαν ούτε στο Δικανικό ούτε στο Αρχικό μόριο του πολιτεύματος (2, 3). Ο Σόλωνας πάντως με τη δική του διεύρυνση επέφερε την τελική εξίσωση των τριών πλούσιων και φορολογούμενων πια τάξεων με τον αριθμό 10800 (12, 4), και μεγάλωσε κι άλλο και τον αριθμό των Θητών· έκανε πολίτες Αθηναίους πολλούς  μέτοικους που έμεναν από καιρό στην Αθήνα.


 

Απόσπασμα απο το "Δημοκρατία ένα άγνωστο Πολίτευμα του Αλέξανδρου Κόντου"

Νόμοι
Ποινές - Δικαιώματα
Κοινωνική - Οικονομική Πολιτική
Σοφιστική Σχολή
Συνδρομές - Εισφορές


Επιστροφή