ΟΤΙ ΑΝ ΑΥΤΩ ΔΟΚΕΙ
ΑΡΙΣΤΟΝ ΕΙΝΑΙ



 



Διακύρηξη
Όραμα
Δράσεις
Αρχές
Αξίες
Στόχος
                     Ιδεολογία και γλώσσα
                                                           Αποσπάσματα

 

Αλέξανδρος Κόντος φιλόλογος-γλωσσολόγος, νομικός,

δρ. της Κοινωνικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου

Παρίσι 8 (Université Paris VIII)

 

«Η γλώσσα λοιπόν σα φαινόμενο της ανθρώπινης κοινωνίας εκφράζει πάντα και την ιδεολογία της κοινωνίας που την παρήγαγε. Κάθε γλώσσα είναι ιδεολογικός φορέας και επειδή, κατά βάση, δεν υπάρχουν παρά δύο μόνο ιδεολογίες, η γυναικοκρατική και η πατριαρχική, θα προσπαθήσουμε να διερευνήσουμε την επίδραση της γυναικοκρατικής ιδεολογίας στη γλώσσα και στη συνέχεια τη επίδραση της πατριαρχικής ιδεολογίας, που πάει να πει πως θα προσπαθήσουμε να διαπιστώσουμε τη διαμάχη των δύο φύλων στη γλώσσα. Και επειδή, καθώς το έχουμε ήδη επισημάνει, θεωρούμε πως η Δημοκρατία είναι κόρη της Γυναικοκρατίας, ενώ η Πατριαρχία γέννησε τη Μοναρχία και την Ολιγαρχία, θα δούμε την επίδραση του δημοκρατικού πολιτεύματος στην ελληνική γλώσσα και την επίδραση των μη δημοκρατικών πολιτευμάτων σ' άλλες γλώσσες παρμένες στην τύχη, αφού ξανασκεφθούμε πρώτα πως το φώνημα-φθόγγο το ονόμασαν οι Αλεξανδρινοί-ήταν ελληνική ανακάλυψη και εμφανίστηκε μονάχα στον Ελληνικό Πολιτισμό, ο οποίος και του έδωσε τη γραφική του μορφή, το γράμμα (3).

 

β) Φύλο και γλώσσα. Έχουμε ήδη επισημάνει την επίδραση της Πατριαρχίας στη γλώσσα, όταν αναλύσαμε τις γλωσσολογικές έννοιες γλωσσολογική μονάδα σημασμένη και μη σημασμένη. Όταν λέμε:

 

Η Ελένη, η Ισμήνη και ο Αρίωνας είναι υποχρεωμένοι να...

 

βάζουμε τη μετοχή του Παρακείμενου στον πληθυντικό και στο αρσενικό. Η Σύγχρονη Γλωσσολογία μιλάει για μονάδες σημασμένες και μη σημασμένες· όμως η Παραδοσιακή Γραμματική μιλάει για μονάδες πιο ισχυρές και λιγότερο ισχυρές και θεωρεί το αρσενικό γένος σα μονάδα πιο ισχυρή από το θηλυκό. Και έχει δίκιο. Βέβαια κανείς δε θα ισχυρισθεί ότι ή έννοια «ισχυρό» στην Παραδοσιακή Γραμματική αναφέρεται στο μυϊκό σύστημα του άνδρα αλλά στην κοινωνική του θέση. Γιατί φαίνεται πως η Πατριαρχία επέβαλε το δικό της τρόπο ομιλίας εκχωρώντας στον άνδρα περισσότερα δικαιώματα σχετικά με τη γλώσσα και την ομιλία. Δε γνωρίζουμε κοινωνίες γυναικοκρατικές με γλώσσα γραπτή και εκτεταμένα κείμενα, έτσι ώστε να έχουμε τη δυνατότητα να μελετήσουμε καλύτερα γλώσσα και ομιλία. Οι διαβασμένες, αποκωδικοποιημένες, γραφές και τα εκτεταμένα κείμενα αφορούν πατριαρχικές κοινωνίες, σαν τις σημερινές, κι αυτό μας δυσκολεύει να διακρίνουμε με σαφήνεια την επίδραση της Γυναικοκρατίας στη γλώσσα, μια και οι πατριαρχικές, θα λέγαμε, συντάξεις μας μάς φαίνονται, σαν οι μόνες κανονικές (23). Έτσι μπορούμε να διαπιστώσουμε τη γλωσσική ανδρική-πατριαρχική πρωτοκαθεδρία που έρχεται να ενισχύσει τη θέση του άνδρα-πατριάρχη στη γλώσσα· γιατί αυτή είναι που επιβάλλει στη σύνταξη όλων των γλωσσών που διακρίνουν τα γένη, να θέτει τη μετοχή, το επίθετο, την αντωνυμία στο αρσενικό γένος, και αυτή επιβάλλει να χρησιμοποιείται η «πατριαρχική» σύνταξη από όλους τους χρήστες μιας γλώσσας, ανεξάρτητα από το φύλο τους, όπως στο προηγούμενο παράδειγμα.

 

Η αττική σύνταξη στάθηκε ίσως ένα γυναικοκρατικό απομεινάρι.

Προηγουμένως μιλήσαμε για την κάπως ισόρροπη ανάμεσα στο αρσενικό και το θηλυκό γένος σύνταξη της νέας ελληνικής. Θα προσπαθήσουμε τώρα μια ερμηνεία της αττικής σύνταξης, η οποία άλλωστε δεν είναι αποκλειστικότητα της ελληνικής.

Να θυμίσουμε για όσους το έχουν ξεχάσει τι είναι η αττική σύνταξη. Κανονικά το υποκείμενο συμφωνεί με το ρήμα ως προς τον αριθμό· έτσι λέμε:

Οι άνθρωποι έρχονται.

Όταν όμως το υποκείμενο είναι ουδέτερο στον πληθυντικό στην αττική διάλεκτο αλλά και γενικότερα στα αρχαία ελληνικά το ρήμα πάει στον ενικά

Τα φύλλα πίπτει.

Η εξήγηση που δίνουν σ' αυτό το φαινόμενο είναι ότι η λέξη «φύλλα» ήταν μια λέξη ενικού αριθμού με έννοια περιεκτική, πληθυντική, όπως η λέξη «φύλλωμα», αλλά γένους θηλυκού· γι' αυτό και το ρήμα πήγαινε στον ενικό (25).

Ας δούμε το φαινόμενο πιο καλά. Ο σχηματισμός των δύο γραμματικών γενών, του αρσενικού και του θηλυκού, σε κάθε γλώσσα είναι τελείως κανονικός· δεν κάνει παρά να αντιγράφει τη φύση, τα δύο φύλα. Ο πολυθεϊσμός, η προσωποποίηση και θεοποίηση όλων των ζώων, των φυτών, των άψυχων αντικειμένων αλλά και εννοιών αφηρημένων, υποχρεώνουν τη γλώσσα -την κάθε γλώσσα, κατά κανόνα, που η κοινότητά της δέχεται τον πολυθεϊσμό- να αποδίδει φύλο και γραμματικό γένος σε κάθε ζώο, φυτό, πράγμα, αφηρημένη έννοια. «Η γλώσσα είναι μορφή» λέει ο Σοσίρ (26). Επομένως κάθε λέξη που είναι όνομα ουσιαστικό πρέπει να έχει κάποιο γένος, αρσενικό ή θηλυκό, αν η δοσμένη γλώσσα δεν έχει παρά δύο μόνο γένη, ή και ουδέτερο, αν η δοσμένη γλώσσα διαθέτει και το ουδέτερο γένος. Η επιλογή του γένους συχνά ακολουθεί τις θεοποιητικές προτιμήσεις της δοσμένης γλωσσικής κοινότητας· για παράδειγμα, τα ονόματα των ποταμών στην ελληνική είναι αρσενικά, γιατί στην ελληνική αρχαιότητα οι ποταμοί αντιπροσωπεύονταν από άνδρες-θεούς, ενώ τα ονόματα των δέντρων στην αρχαία ελληνική είναι θηλυκά, γιατί αντιπροσωπεύονταν από νύμφες, γυναικείες θεότητες. Συχνά ακόμα η επιλογή του γένους είναι αυθαίρετη, σύμφωνα με τη γνωστή γλωσσολογική αρχή του αυθαίρετου, που είναι γνωστή ήδη στον Κρατύλο του Πλάτωνα (384 d) και εκπροσωπείται από το Σοφιστή Ερμογένη· την αρχή αυτή την έχει ενστερνισθεί στην σύγχρονη εποχή και ο Σοσίρ και γενικότερα η Σύγχρονη Γλωσσολογία (27). Κάθε άλλη θεωρία φαίνεται ανεπαρκής και αστήρικτη, ατεκμηρίωτη.

Κάθε γένος στα ελληνικά -αλλά συχνά και σε άλλες γλώσσες- σχηματίζει τις δικές του καταλήξεις· κάτι που είναι εμφανές στο άρθρο κυρίως αλλά και στα ουσιαστικά, τα επίθετα, τις μετοχές και τις αντωνυμίες, αν και με λιγότερη έμφαση. Στα ουσιαστικά το γένος της λέξης είναι γνωστό κυρίως από τη σημασία της (η οποία επισημαίνει το γένος-φύλο της λέξης) και λιγότερο από την κατάληξή της· το γένος των επιθέτων και των άλλων πτωτικών εξαρτάται από το ουσιαστικό στο οποίο αναφέρονται τα επίθετα ή τα άλλα πτωτικά. Αντίθετα το άρθρο επειδή δεν έχει άλλη λειτουργία εκτός από το να επισημαίνει το γένος, τον αριθμό και την πτώση, επιμένει στη διαφοροποίηση των καταλήξεών του.

Ας θυμηθούμε όμως το αρσενικό  το θηλυκό άρθρο και το ουδέτερο στα αρχαία:

 

 Ενικός, ονομ. [, , γεν. το, τς, δοτ. τι, τι, αιτ. τόν, τήν .

 Πληθ.,  ονομ. ο, α, γεν. τν, δοτ. τος, τας, αιτ. τούς, τάς.

 

Ενικός, ονομ. τό, γεν. το, δοτ. τι, αιτ. τό.

Πληθ.,  ονομ. τά, γεν. τν, δοτ. τος, αιτ. τά.

 

 

Η κλητική φυσικά δεν έχει άρθρο.

Το ουδέτερο γένος είναι νεοτερισμός της γλώσσας και έγινε προφανώς, όταν κι αφού η γλώσσα είχε πια αισθανθεί και εκφράσει την αντίθεση έμψυχο-άψυχο (28). Έχουμε πάντα το δικαίωμα να υποψιαζόμαστε ότι το ουδέτερο (που σημαίνει άλλωστε, ούτε το ένα [γένος] ούτε το άλλο, ορίζεται δηλαδή αρνητικά σε αντίθεση με τα άλλα δύο γένη), επειδή ακριβώς ήταν άψυχο δεν έπαιζε -τουλάχιστο στην αρχή- το ρόλο κάποιου προσώπου (29), το ρόλο κάποιου ανθρώπου, το ρόλο του υποκειμένου· υποκείμενο δε μπορούσε να είναι παρά μόνο άνθρωπος ή έννοια ή πράγμα ανθρωποποιημένο. Και δεν «κατέκτησε» το δικαίωμα να είναι υποκείμενο το ουδέτερο -και συνεπώς τις ευθείες πτώσεις, δηλαδή την ονομαστική και την κλητική, που είναι και οι πτώσεις των συνομιλητών- παρά πολύ αργότερα. Η πρώτη λοιπόν πτώση που είχε το ουδέτερο ήταν η αιτιατική, όπως προτείνει και ο Ζαν Εμπέρ (δες τη σημ. 25). Τι κατάληξη θα ήταν το πιο πιθανό να πάρει το νεογέννητο γένος; Η σημασία του που ήταν άψυχη και απροσδιόριστη το πιθανότερο είναι να το είχε ωθήσει προς την κατάληξη (30) του θηλυκού, επειδή η εποχή ήταν ακόμη γυναικοκρατική και το γένος το πιο ισχυρό γραμματικά ήταν το θηλυκό. Αργότερα, όταν το ουδέτερο απέκτησε το δικαίωμα να είναι υποκείμενο και συνομιλητής, δηλαδή όταν πήρε ενεργότερο μέρος στη σύνταξη, συμπληρώθηκε με τις πτώσεις της ονομαστικής και της κλητικής, χωρίς να αλλάξει κατάληξη (31), μένοντας πάντα στον ενικό αλλά με έννοια περιεκτική, πληθυντική (32). Γι' αυτό το ρήμα στην αττική διάλεκτο, που ήταν και πιο συντηρητική, θα συνταχθεί στον ενικό, αν το υποκείμενό του είναι ουδέτερο πληθυντικού. Αργότερα το καινούργιο γένος θα αναπτυχθεί περισσότερο και θα αρχίσει να κλίνεται και στις άλλες πτώσεις που θα τις δανεισθεί όμως από το αρσενικό είτε μέσα στο πνεύμα της ισότητας που διέπει τη Γυναικοκρατία (!) είτε γιατί είχε πια συντελεσθεί το πέρασμα στην Πατριαρχία και το ισχυρό γραμματικά γένος, η μη σημασμένη μονάδα, ήταν το αρσενικό. Γι' αυτό οι καταλήξεις της γενικής και της δοτικής του αρσενικού και του ουδετέρου είναι ίδιες τόσο στον ενικό όσο και στον πληθυντικό. Όμως οι τρεις όμοιες πτώσεις του πληθυντικού του ουδετέρου υποχρέωσαν, φαίνεται, και τον ενικό να σχηματισθεί ομοιόμορφα σ' αυτές με βάση την αιτιατική του αρσενικού. Η κατάληξη λοιπόν χρησιμοποιήθηκε για τις τρεις όμοιες πτώσεις του πληθυντικού, μια και το θηλυκό θεωρούνταν πως εκφράζει την περιεκτικότητα και το πλήθος από τη φύση του (33), ενώ ο ενικός μπορεί να θεωρηθεί ανδρικής έμπνευσης -αλλά μέσα στη γυναικοκρατική κοινωνία ήδη- καθώς επίσης και ο ατομικισμός πατριαρχικός νεοτερισμός.»      

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

3. Να θυμίσουμε πάλι πως, ενώ ιδεογράμματα, δηλαδή απεικονίσεις αντικειμένων, ιδεών, εννοιών, η πρώτη μορφή γραφής, και συλλαβογράμματα, απεικονίσεις συλλαβών, (σύμφωνο+φωνήεν), η δεύτερη μορφή γραφής, έχουν βρεθεί και σε άλλους πολιτισμούς, γράμματα, δηλαδή απεικονίσεις φθόγγων-φωνημάτων συμφώνων ή φωνηέντων, η τρίτη και αποτελεσματικότερη μορφή γραφής, μόνο στον ελληνικό πολιτισμό έχει παρουσιασθεί.

 

25. Δες Αχιλλέα Τζάρτζανου, Συντακτικόν της αρχαίας ελληνικής γλώσσης. ΟΕΣΒ, Αθήνα 1947, σελ. 12. και Ζαν Εμπέρ (Jean Humbert), Ελληνική Σύνταξη. Μετφρ. στα ελλ. Γ. Κουρμούλης, Αθήνα 1957, παράγρ. 23.

26. Δες Φερδινάνδος Σοσίρ (Ferdinand de Saussure), Cours de linguistique générale. Ed. Payot, Paris 1971, σ.σ. 157 και 169. Το έργο είναι μεταφρασμένο και στα ελληνικά. Το γεγονός ότι η γλώσσα είναι μορφή μπαίνει με χαρακτηριστικό τρόπο στο πρόβλημα του φύλου του ενός ή των πολλών θεών. Κάθε θεότητα πρέπει να είναι αρσενική ή θηλυκή, άνδρας ή γυναίκα, σε κάθε γλώσσα. Αν υπάρχει ή δεν υπάρχει θεός είναι θέμα επιστημολογικό, αν ο θεός είναι ένας ή πολλοί είναι θέμα θεολογικό, αν όμως ο ένας θεός ή ο αρχηγός των πολλών θεών είναι άνδρας ή γυναίκα είναι θέμα κοινωνιολογικό. Σ' ένα καθεστώς γυναικοκρατικό, ο μοναδικός θεός ή ο αρχηγός των θεών θα είναι γυναίκα· σε καθεστώς πατριαρχικό ο θεός αυτός θα είναι άνδρας. Στις γνωστές σύγχρονες μονοθεϊστικές θρησκείες ο θεός είναι άνδρας, αν και οι φεμινίστριες διάφορων αιρέσεων διαμαρτυρομένων έχουν αρχίσει να αποδίδουν διπλό ... φύλο στο χριστιανό θεό και οι πιστοί και οι πιστές τους μεταφράζουν το γνωστό «Πάτερ ἡμῶν  ....» σε «Our father and our mother..» [Πατέρα μας και μητέρα μας...]

27. Το άρθρο στη νέα ελληνική προσδιορίζοντας πτώση, γένος και αριθμό έχει προφανώς συμβάλει σε μεγάλο βαθμό στην απλοποίηση των καταλήξεων ιδιαίτερα των ουσιαστικών αλλά και των άλλων πτωτικών. Έτσι το νεοελληνικό ουσιαστικό έχει, το πιο συχνά, δύο τύπους, τόσο στον ενικό όσο και στον πληθυντικό, για να εκφράσει και τις πέντε πτώσεις (ονομαστική, γενική, δοτική, αιτιατική, κλητική). Να σημειώσουμε ότι η δοτική αποδίδεται με τη βοήθεια της πρόθεσης σε και την αιτιατική ή την απλή αιτιατική ή τη γενική: δίνω σ' αυτόν..., τον δίνω..., του δίνω...

28. Πολλές γλώσσες κάνουν τη διάκριση έμψυχο-άψυχο, αντί να σχηματίζουν τα τρία γένη αρσενικό - θηλυκό - ουδέτερο ή και παράλληλα  μ' αυτά. Έτσι στα αρχαία ελληνικά η πρόταση:

 

«Πλίνθοι (θηλ.),  λίθοι (θηλ.), κέραμοι (αρσ.) ἀτάκτως ἐῤῥιμμένα  (ουδ.).»

δείχνει τη συγγένεια ανάμεσα στο άψυχο και το ουδέτερο. Τα υποκείμενα είναι θηλυκά και αρσενικό αλλά όλα άψυχα και γι' αυτό η μετοχή (ἐῤῥιμμένα) πηγαίνει στο ουδέτερο.

Τα δανέζικα έχουν κι εκείνα την αντίθεση έμψυχο-άψυχο. Τα αγγλικά ταυτίζουν το άψυχο με το ουδέτερο, ενώ τα έμψυχα χωρίζονται  σε αρσενικά και θηλυκά.

Περισσότερα για την αντίθεση έμψυχο--άψυχο μπορεί να βρει κανείς στο βιβλίο του Ζαν Εμπέρ, παράγρ. 3-9 και στο Lyons (John), General Linguistics, Introduction to Theoric Linguistics. Cambridge University Press 1968. Είναι μεταφρασμένο και στα ελληνικά. Δες παργρ. 4. 3. 3., 7. 4. 3., 7. 4. 5., 8. 1. 5., 8. 2. 4., 8. 2. 5., 8. 2. 6.

29. Θα πρέπει να θυμηθούμε πως τα ρήματα που δεν έχουν υποκείμενο κάποιο πρόσωπο, κάποιο άνθρωπο, ονομάζονται απρόσωπα. Το τυπικό υποκείμενο αυτών των ρημάτων είναι κάποια πρόταση ή κάποιο πρόσωπο γενικό και αόριστο· σε διάφορες γλώσσες είναι το ουδέτερο της προσωπικής αντωνυμίας ή το αρσενικό στη θέση του ουδέτερου, αν η γλώσσα δεν έχει και το ουδέτερο γένος (it στα αγγλικά· il στα γαλλικά):

 «βρέχει, it rains, il pleut.»

 30. Και βέβαια τα επίθετα, οι αντωνυμίες και οι μετοχές της ελληνικής και της λατινικής έχουν κανονικά την ίδια κατάληξη για το θηλυκό στην ονομαστική του ενικού και τις τρεις όμοιες πτώσεις του ουδετέρου στον πληθυντικό, την ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική· οι δεικτικές, η οριστική, οι αόριστες και οι αναφορικές αντωνυμίες της λατινικής αποδείχνουν πολύ  πειστικά αυτή τη θεωρία: hic (αρσ.), haec (θηλ.), hoc (ουδ.), και qui (αρσ.), quae (θηλ.), quod (ουδ.)· οι αντίστοιχες ονομαστικές και αιτιατικές του πληθυντικού είναι: haec και quae. Η  αόριστη αντωνυμία aliquis (μορφή επιθετική aliqui) (αρσ.), aliqua (θηλ.), aliquid (μορφή επιθετική aliquod) (ουδ.), [σύνθεση του προσφύματος ali- + την αναφ. αντων.] επανέρχεται στην κατάληξη -a την οποία και χρησιμοποιεί για το σχηματισμό των αντίστοιχων ονομαστικών και αιτιατικών του ουδετέρου στον πληθυντικό, όπως μπορούμε να το εξακριβώσουμε σε οποιαδήποτε Γραμματική της λατινικής γλώσσας.

31. Έτσι, φαίνεται, γεννήθηκε ο γραμματικός κανόνας ότι το ουδέτερο έχει τρεις πτώσεις όμοιες, την ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική.

32. Πιστεύω πως έχουμε το δικαίωμα να υποθέσουμε ότι στην αρχή δημιουργήθηκε η αιτιατική του ουδέτερου γένους, η οποία δε δήλωνε αριθμό, όπως το προτείνει ο Ζαν Εμπέρ, που αναφέραμε ήδη. Στη συνέχεια γεννήθηκε η αντίθεση ενικός-πληθυντικός, στην αντωνυμία και το άρθρο` ο πληθυντικός είχε την κατάληξη του θηλυκού και ο ενικός την κατάληξη -οδ για την ελληνική και -od για τη λατινική. Οι τρεις όμοιες πτώσεις στάθηκαν το τρίτο στάδιο στην ανάπτυξη του ουδετέρου και η εξομοίωση του ουδετέρου με το αρσενικό το τέταρτο στάδιο.

33. Η γυναίκα και η γη, τα κατ' εξοχή θηλυκά, θεωρούνταν πως εκφράζανε τον πληθυντικό από τη φύση τους, η μία γιατί είχε παιδιά μέσα της και η άλλη γιατί περιείχε όλα τα φυτά και τους καρπούς.

 

 

Νόμοι
Ποινές - Δικαιώματα
Κοινωνική - Οικονομική Πολιτική
Σοφιστική Σχολή
Συνδρομές - Εισφορές


Επιστροφή