ΟΤΙ ΑΝ ΑΥΤΩ ΔΟΚΕΙ
ΑΡΙΣΤΟΝ ΕΙΝΑΙ



 



Διακύρηξη
Όραμα
Δράσεις
Αρχές
Αξίες
Στόχος
        Aπο την γυναικοκρατία στην πατριαρχία
                     απόσπασμα

"Η φιλοσοφία για την κοινωνική οργάνωση κάθε ανθρώπινης κοινωνίας ακολουθεί τις κατευθυντήριες γραμμές εκείνων που αποτελούν την άρχουσα ομάδα κάθε κοινωνίας. Στις πρώτες ανθρώπινες κοινωνίες οι γυναίκες είχαν την κοινωνική πρωτοκαθεδρία. Το πολιτικό καθεστώς είχε χαρακτήρα καθαρά γυναικοκρατικό - ισοκρατικό: οι γυναίκες είχαν την πρωτοκαθεδρία λόγω της γέννας και της γαλακτοφορίας, αλλά οι άνδρες δε θεωρούνταν πρόσωπα δεύτερης κατηγορίας, όπως θεωρούνται οι γυναίκες στις πατριαρχικές κοινωνίες. Στις πρώτες ανθρώπινες κοινωνίες οι άνθρωποι ήταν ίσοι.

Στην Κρήτη, στις κρητικές πόλεις, επειδή το γυναικοκρατικό - ισοκρατικό καθεστώς διάρκεσε μέχρι την έκρηξη της Θήρας (1650 περίπου π.Χ.), αναγνώριζαν το δικαίωμα στη ζωή σ' όλους. Την κοινωνική πρωτοκαθεδρία την είχαν, βέβαια, οι γυναίκες, αλλά η συμμετοχή των ανδρών στη διαχείριση της εξουσίας δεν αποκλειόταν, όπως φαίνεται από τη κεντρική θέση του Μίνωα στην κρητική κοινωνία. Αυτή ήταν άλλωστε η βασική αρχή του γυναικοκρατικού καθεστώτος: οι γυναίκες διαμορφώνουν τη φιλοσοφία του καθεστώτος, σκιαγραφούν τις γενικές πολιτικές κατευθυντήριες γραμμές του καθεστώτος, αλλά οι άνδρες δεν αποκλείονται από τη διαχείριση της εξουσίας. Εξάλλου και η νοοτροπία των ανδρών στο γυναικοκρατικό καθεστώς είναι γυναικοκρατική κι όχι ακόμα πατριαρχική. Γι' αυτό στην Κρήτη κανένας δεν αποκλείεται από τη συμμετοχή στη διαχείριση της εξουσίας εξαιτίας του φύλου του. Σ' όλες τις πόλεις του νησιού ο εφοδιασμός σε τροφές ήταν δημόσια υπόθεση και ρυθμιζόταν προς όφελος της όλης κοινότητας. Γιατί όλος ο κόσμος ζούσε σα μια ενιαία κοινότητα. Αυτό που σήμερα ονομάζουμε πυρηνική οικογένεια, δηλαδή το ανδρόγυνο με τα παιδιά τους, ήταν, φαίνεται, κάτι το άγνωστο την εποχή εκείνη στο νησί: οι γυναίκες ζούσαν όλες μαζί και οι άνδρες όλοι μαζί, ξεχωριστά, κατά τον Αριστοτέλη, για να αποφεύγουν τις πολυάριθμες γεννήσεις, πράγμα το οποίο προκάλεσε την ομοφυλοφιλία, πάντα κατά το Σταγειρίτη φιλόσοφο (Πολ. Β, 1272β 12-27). Ήταν ένα είδος κοινοτικής ζωής, όλοι εργάζονταν για όλους, τα γεύματα ήσαν κοινά δεν υπήρχε σύστημα φορολογικό με τη σημερινή έννοια. Στην Κρήτη κανείς δεν αποκλειόταν από τη συμμετοχή με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην εξουσία, κανείς δεν πλήρωνε φόρους. Μέσα στα «ανάκτορα», τα οποία ο Πολ Φορ τα θεωρεί ιερά τεμένη, οι Κρητικοί συγκέντρωναν τα κοινά αγαθά. Άλλωστε το κρητικό σύστημα των πολιτικών -και στη συνέχεια των οικονομικών- θεσμών, δηλαδή το κρητικό γυναικοκρατικό σύστημα, δε φαίνεται να ευνόησε τη δημιουργία χρήματος, παρά την ευρύτατα διαδομένη χρήση των ευγενών μετάλλων. Στα ανάκτορα-τεμένη, που οι δροσερές τους αποθήκες έπαιζαν το ρόλο των σημερινών ψυγείων, συγκέντρωναν κυρίως τρόφιμα, όχι χρήματα. Αν συγκεντρώνονταν και μέταλλα, τα χρησιμοποιούσαν για την κατασκευή εργαλείων, όπλων, αν χρειαζόταν, και κοσμημάτων, όχι νομισμάτων. Τολμούμε να γενικεύσουμε και να πούμε πως η χρήση του νομίσματος δεν είναι θεσμός γυναικοκρατικός.

Με τη Γεωργική Επανάσταση γεννήθηκε η ανάγκη για μόνιμη εγκατάσταση για την καλλιέργεια της γης. Η μόνιμη εγκατάσταση γέννησε την ανάγκη για υπεράσπιση της γης που καλλιεργούνταν. Έτσι γεννήθηκε η ανάγκη του πολέμου. Κι επειδή το ανδρικό σώμα είναι καταλληλότερο για τη διεξαγωγή του πολέμου, η κοινωνική πρωτοκαθεδρία πέρασε από τη γυναίκα στον άνδρα. Όχι όμως σ’ όλους τους άνδρες. Την ικανότητα για τη διεξαγωγή του πολέμου δεν την έχουν ίδια όλοι οι άνδρες. Έτσι η κοινωνική πρωτοκαθεδρία δεν πέρασε σ’ όλους τους άνδρες αλλά στους καλύτερους πολεμιστές. Αυτοί κατέληξαν να γίνουν αρχηγοί πρώτα στο άμεσο περιβάλλον τους, δημιούργησαν το θεσμό της οικογένειας με κεντρικό πρόσωπο τους ίδιους τους αρχηγούς-πατέρες, τους πατριάρχες. Και γεννήθηκε η Πατριαρχία. Η διαχείριση της εξουσίας πέρασε στα χέρια, όχι όλων των ανδρών, αλλά στα χέρια της πατριαρχικής Ολιγαρχίας ή της πατριαρχικής Μοναρχίας, κάτι που διαρκεί μέχρι τις μέρες μας. Η Πατριαρχία υποχρεώνει όλο τον κόσμο να πληρώνει φόρους, έτσι ώστε η άρχουσα τάξη της να μπορεί να ζει παρασιτικά με δούλους και να βάζει το κράτος της να λειτουργεί. Το χρήμα είναι μια εφεύρεση της πατριαρχικής εποχής της Ανθρωπότητας και  συνδέεται με τη διευκόλυνση του εμπορίου αλλά και με το θεσμό της φορολόγησης και της συσσώρευσης πλούτου. Οι μεγάλοι ανατολίτες βασιλιάδες, ο Κροίσος, ο Δαρείος ήταν πάμπλουτοι και διέθεταν δωμάτια γεμάτα με ράβδους χρυσού ή κάτι  ανάλογο (2).

Στην Αττική, στην Αθήνα, το πέρασμα από τη Γυναικοκρατία στην Πατριαρχία φαίνεται να πραγματοποιήθηκε την εποχή του Κέκροπα, 1544/3- 1495/4 π.Χ., (3). Κι ακόμα είναι γνωστό πως η Αττική, ήταν κερματισμένη σε τέσσερις μικρές πόλεις, κώμες, το Μαραθώνα, την Οινόη, την Προβάλινθο και την Τρικόρυθο, με ενδεχόμενα γύρω τους μικρότερα πολίσματα. Όλα αυτά ο Κέκροπας, κάνοντας τον Πρώτο Συνοικισμό της Αττικής, θέλησε να τα ενώσει διοικητικά και τα ονόμασε Αθήνες (Ἀθῆναι), στον πληθυντικό, επειδή ήσαν πολλά, καθιερώνοντας, με την ψήφο των κατοίκων της Αττικής -τόσο των ανδρών όσο και των γυναικών, οι οποίες είχαν μέχρι τον Κέκροπα δικαίωμα ψήφου- την Αθηνά σα θεά προστάτιδα της χώρας.

Αργότερα ο Ίωνας, το 1350 περίπου, θα επιχειρήσει το Δεύτερο Συνοικισμό της Αττικής, θα ενισχύσει την Πατριαρχία, εισάγοντας τη λατρεία του Πατρώου Απόλλωνα και θα αναδιοργανώσει πολιτικο-στρατιωτικά την Αττική, αντικαθιστώντας τις τέσσερις πανάρχαιες φυλές της Αττικής τη Διάδα, την Αθηναΐδα, την Ποσειδωνιάδα και την Ηφαιστιάδα με νέες, που τις ονόμασε από τους τέσσερις γιους του. Έτσι οι φυλές μετονομάστηκαν σε α) Γελέοντες ή Τελέοντες από τον Γελέοντα [Γελέων, -οντος στα αρχαία],  β)  Όπλητες  από  τον  Όπλητα  [Ὅπλης, -ητος, στα αρχαία] γ) Αιγικορείς από τον Αιγικορέα [Αἰγικόρευς, -εως ή -ρεύς, -έως, στα αρχαία] και δ) Αργαδείς από τον Αργάδη [Ἀργάδης, -ου, στα αρχαία] (Ηρόδ. Ε, 66, Η, 94 και Θ, 44· και Πλουτ. Σόλωνας, 23).

Ο Θησέας, 1229/8-1200/1199 π.Χ., γυρνώντας από την Κρήτη θα πραγματοποιήσει τον Τρίτο Συνοικισμό της Αττικής. Όμως ο Θησέας, καθοδηγημένος, καθώς φαίνεται, από τους Κρήτες, που γυναικοκρατούνταν από τα πανάρχαια προϊστορικά χρόνια μέχρι την εποχή του ακόμα αλλά και ήσαν η μεγαλύτερη ναυτική δύναμη της Μεσογείου, χωρίς παρ’ όλ’ αυτά επεκτατικές τάσεις, επανέφερε μερικά τους γυναικοκρατικούς-ισοκρατικούς (4) θεσμούς, εισάγοντας τη λατρεία της Μητέρας των θεών, Ρέας, και πείθοντας όλους τους πολίτες των αττικών κωμών και πολισμάτων να καταγράψουν τα ονόματά τους στο ναό της Ρέας, το Μητρώο, να ζήσουν με ενιαία διοίκηση και να συμμετέχουν στη διαχείρισή της ικανοποιητικά εξισωμένοι.

Φαίνεται πως ήταν πολύ παλιά συνήθεια στους Έλληνες (5) οι πλουσιότεροι να ξοδεύουν χρήματα για το Κοινόν, την πόλη, το σύνολο των συμπολιτών τους (6). Η συνήθεια αυτή δεν ήταν άσχετη με τα συσσίτια της γυναικοκρατικής Κρήτης, που τα βρίσκουμε και στη Σπάρτη. Και στην Αθήνα αλλά και σε όλη την Ελλάδα, κατ’ επίδραση της Κρήτης, οι πλούσιοι ήταν επιφορτισμένοι με τα έξοδα της πόλης, -του κράτους, θα λέγαμε σήμερα- ήδη από την εποχή του Θησέα (7). Οι πλούσιοι όμως, επειδή πια ζούσαν σε κοινωνικές συνθήκες πατριαρχικές, δεν άργησαν να περιορίσουν τις γυναικοκρατικές - ισοκρατικές μεταρρυθμίσεις του Θησέα και δε δέχονταν να συμμετέχουν και οι φτωχοί, οι Θήτες στη διαχείριση της Αρχικής (Διοικητικο-Εκτελεστικής) λειτουργίας της εξουσίας, η οποία τότε φαίνεται να ήταν ακόμα ενιαία με τη Δικανική. Και οι φτωχοί πάλι, επειδή δε συμμετείχαν έτσι κι αλλιώς στα έξοδα της υποτυπώδους κρατικής λειτουργίας, είχαν, φαίνεται, αποδεχθεί αυτό τον αποκλεισμό. Μετείχαν όμως στην Εκκλησία του Δήμου, τη Νομοθετική λειτουργία της εξουσίας, δικαίωμα απαραβίαστο (2, 3) (8) στον Ελληνικό Χώρο (9).

Να επαναλάβουμε προς αποφυγή κάθε αμφισβήτησης ότι η ελευθερία του πρώτου βαθμού, δηλαδή η συμμετοχή και στις τρεις λειτουργίες της εξουσίας προοριζόταν μόνο για εκείνους που μπορούσαν να συμμετέχουν στα έξοδα λειτουργίας του Κοινού, της πόλης (10), ενώ οι φτωχοί στερούνταν τελείως τα πολιτικά τους δικαιώματα, όταν, χάνοντας τα ακίνητα περιουσιακά τους στοιχεία, βρίσκονταν συχνά χρεωμένοι και γίνονταν δούλοι στους πλούσιους πιστωτές τους (1-3). Κάτι ανάλογο συνέβαινε άλλωστε στη Σπάρτη ακόμα και στα κλασικά χρόνια (11).


 

Πάντως η ανάμνηση της παλιάς ισοκρατικής - δημοκρατικής κατάστασης, κατά την οποία όλος ο κόσμος νεμόταν τα πολιτικά δικαιώματα παρέμενε ζωντανή στην παράδοση, που μιλούσε για «πάτρια δημοκρατία» (Πολ. Β, 1273β 38 και Ε, 1305α 29)· γι' αυτό μπορούμε να υποστηρίξουμε πως ήδη ο Θησέας είχε διανείμει τον συνοικισμένο -συνδιοικούμενο πληθυσμό της Αττικής ή -πιο σωστά- το Δήμο των Αθηναίων, σε 48 ναυκραρίες, οι οποίες έδωσαν τα  50 πλοία που πήγαν στην Τροία (Όμηρος, Ιλιάδα, Β, 547). Από αυτά τα πλοία από ένα ανήκε σε κάθε ναυκραρία (Πολυδεύκης, Ὀνομαστικόν, Η, 130), ένα θα ήταν του βασιλιά Μενεσθέα κι ένα θα ήταν το ταχυδρομικό. Και να πώς ο Θησέας έκανε το δικό του Συνοικισμό. Συμπλήρωσε την κάθετη, θα λέγαμε, διαίρεση του Ίωνα με μια οριζόντια τριχοτόμηση (τριττύες)


 

(12), (Αριστ. απόσπ. 3-5 του Αθηναϊκού Πολιτεύματος [της Αθηναίων Πολιτείας]· και Πλούτ. Θησέας, 25). Έτσι οι 4 φυλές της Αττικής χωρίστηκαν σε 3 τριττύες, που καθεμιά περιείχε τέσσερις ναυκραρίες, μία από κάθε ιωνική φυλή. Έτσι η όλη Αττική είχε 4 φυλές × 3 τριττύες = 12 τριττύες. Και 12 τριττύες × 4 ναυκραρίες = 48 ναυκραρίες. Η ναυκραρία ήταν η τερματική διοικητική (και φυσικά και φορολογική) υποδιαίρεση της Αττικής από το Θησέα μέχρι και τον Σόλωνα· ο Κλεισθένης όμως τα «μετέβαλε» (8, 3 και 21, 5).

Αλέξανδρος Κόντος

 

 

 

Νόμοι
Ποινές - Δικαιώματα
Κοινωνική - Οικονομική Πολιτική
Σοφιστική Σχολή
Συνδρομές - Εισφορές


Επιστροφή