ΟΤΙ ΑΝ ΑΥΤΩ ΔΟΚΕΙ
ΑΡΙΣΤΟΝ ΕΙΝΑΙ






Διακύρηξη
Όραμα
Δράσεις
Αρχές
Αξίες
Στόχος
                                              Κοσμολογία και ελληνική κοινωνία
Κοσμολογία και ελληνική κοινωνία

 

Η γέννηση της φιλοσοφίας συμπίπτει με τη σταδιακή επικράτηση του λόγου, που εκτοπίζει τελικά το μύθο. Όταν γεννιόταν η κοσμολογική σκέψη, η ελληνική κοινωνία αναπτυσσόταν σε όλους τους τομείς. Οι Έλληνες είχαν απλωθεί στη Μεσόγειο, είχαν επιβληθεί με τη ναυτιλία και το εμπόριο, είχαν βελτιώσει τη διαβίωσή τους, την κοινωνική οργάνωσή τους. Ανάμεσα στους ελάχιστους πλούσιους, τους κύριους της γης, και τους πολλούς φτωχούς, τους άκληρους εργάτες της στεριάς και της θάλασσας, η απόσταση ολοένα λιγόστευε, καθώς παρεμβαλλόταν και δυνάμωνε μια τάξη από τεχνίτες, εμπόρους και ναυτικούς, που ανέβαιναν οικονομικά και ρύθμιζαν ή και προκαλούσαν τις κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες. Με επαναστάσεις και άλλες μακροχρόνιες διαδικασίες, σε πόλεις τότε, καταργήθηκε η μοναρχία και η αριστοκρατία και επιβλήθηκε ευρύτερη συμμετοχή στην ευθύνη για τα κοινά και άσκηση της εξουσίας με γραπτό δίκαιο. Η κοσμοθεωρία της ελληνικής κοινωνίας, στην εποχή που γεννιόταν η φιλοσοφία, καθρεφτίζεται στην ποίησή της, κυρίως τη λυρική, που, προβάλλοντας τις προσωπικές εμπειρίες και τα έργα του πολίτη, τον αποδέσμευε βαθμιαία από την κυριαρχία του θεοκρατικού μύθου και του φόβου γενικά, εγκαινίαζε τα ερωτήματα για τη φύση και το πνεύμα, τη γνώση και την πράξη, την κοινωνία και το νόμο, ανέπτυσσε με τη σύγκριση τον κριτικό λόγο και γινόταν πρόδρομος της επιστήμης.

Μυθολογική διατύπωση της κοσμογνωσίας

 

Πριν συνειδητοποιηθεί το πρόβλημα του κόσμου, η γνώση σχετικά με αυτόν ήταν διατυπωμένη σε μύθους που πρόβαλλαν τη γενεαλογία των θεών. Οι μύθοι αυτοί επιχειρούσαν να εξηγήσουν όχι τόσο την ουσία και τη δομή του κόσμου όσο την καταγωγή και την ιεραρχία των ποικίλων μορφών του.
Στους μύθους κυριαρχεί ο ανθρωπομορφισμός. Όντα, φαινόμενα, δυνάμεις και καταστάσεις παρουσιάζονται με ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Γεννήτορες των θεών θεωρούνται π.χ. από τον Όμηρο ο Ωκεανός, από τους Ορφικούς η Νύχτα κι από τον Ησίοδο το Χάος. Το μόνο έργο από πολλά παρόμοια που σώζεται ολόκληρο, η Ησιόδεια «Θεογονία», δίνει την ακόλουθη σειρά γέννησης: Πρώτα έγινε το Χάος, η Γη και ο Έρως. Ύστερα η Γη γέννησε τον Ουρανό, τα Όρη και τον Πόντο και από αυτά έγιναν όλα τα άλλα. Εκτός από την τεκνογονία, οι διεργασίες για τη διαμόρφωση των μερών του κόσμου εκφράζονται σε μερικούς μύθους και με άλλες βιολογικές παραστάσεις καθώς και με έργα τέχνης.
Κοινά γνωρίσματα στους ποικίλους κοσμογονικούς μύθους είναι οι ακόλουθες ιδέες: α) αρχικά ο ουρανός και η γη αποτελούσαν ενιαίο σώμα, που χωρίστηκε με την πρωτοβουλία κάποιου δημιουργικού θεού ή με την επενέργεια κάποιας απρόσωπης αιτίας, β) στην εξουσία του κόσμου υπάρχει διαδοχή θεοτήτων, ώσπου να εδραιωθεί το καθεστώς του μεγαλυτέρου θεού της επίσημης λατρείας.
 
Είναι προφανές ότι οι κοσμογονικοί μύθοι εξέφραζαν αρχικά προεπιστημονικές εμπειρίες του ανθρώπου και στη συνέχεια έγιναν σύμβολα. Θεμελιώδεις παραστάσεις όπως το σκοτάδι και ο κατακλυσμός των πάντων από το νερό έδιναν χειροπιαστή εικόνα του χάους ως πρωταρχικής κατάστασης των πραγμάτων. Η μετάβαση από τη νύχτα στην ημέρα, με την ανάδυση των μορφών μέσα στο φως, έδινε μια ιδέα για το πως γεννήθηκε ο κόσμος. Το νερό και η γη ως δυνάμεις που «γεννούν» (νερό: ευφορία, σπέρμα, γη: βλάστηση) ενίσχυσαν τις πιο πάνω παραστάσεις στην απλοϊκή φαντασία. Έτσι δημιουργήθηκε η πίστη ότι οι μορφές του κόσμου παράγονται όπως τα ζώα και οι άνθρωποι. Με τον τρόπο αυτό επικράτησε στη θεογονική σκέψη η έννοια της γενεαλογίας που αργότερα θα προεκταθεί στους «θεογέννητους» βασιλιάδες και θα στηρίξει την εξουσία τους, αποτελώντας παράλληλα και την απαρχή της ιστοριογραφίας.

Από τη θεολογία στη φιλοσοφία

 

Η κοσμολογία, στην προσπάθειά της να εξηγήσει τη φύση, ξεκινά από τις δομές των θεογονικών μύθων. Αυτές οι δομές προσδιορίζουν ως ένα βαθμό την επιστημονική σκέψη. Και η φιλοσοφία παραλαμβάνει από τη θεογονική ποίηση έτοιμο το ακόλουθο θεματικό σχήμα: αρχική χαοτική κατάσταση – σπέρμα – χωρισμός των μερών του κόσμου – διαμόρφωση των ουρανίων σωμάτων και φαινομένων – γέννηση της ζωής. Με τους πρώτους φιλοσόφους οι μυθικές μορφές μεταπλάθονται σε έννοιες και μαζί με τις θεωρίες καταρτίζεται και η ορολογία της φιλοσοφίας, που τότε δανείζεται τα πρώτα εκφραστικά της μέσα από τη θεολογία και την πολιτική. Έτσι η αφθαρσία του θεού γίνεται αφθαρσία της ύλης και η έννοια του κόσμου, που σημαίνει την τάξη και τη νομοτέλεια, μεταφέρεται από την πολιτική, για να δηλώσει τη φύση ως οργανωμένο σύνολο.

Θαλής

 

 

Πρώτη έκφραση της κοσμολογίας είναι η θεωρία του Νερού. Ο Θαλής (625 - 546 π.Χ.) ασχολήθηκε με αστρονομικά, γεωγραφικά, μαθηματικά και μηχανικά προβλήματα. Ως πρωταρχικό δομικό υλικό του κόσμου θεώρησε το νερό. Έτσι στη θέση του θεογονικού Ωκεανού, του Πόντου, του Νηρέα, του Πρωτέα και του Τρίτωνα αναγνωρίστηκε το νερό, απρόσωπα, ως φυσικό σώμα και ως τμήμα του κόσμου. Η ιδιότητά του να φέρνει μέσα στη ζωή και να ευνοεί την ανάπτυξη της ζωής, όπως διαπιστώθηκε προεπιστημονικά και εκφράστηκε παγκόσμια στους μύθους και τις λατρείες, συνέβαλε στη διαμόρφωση της υλοζωιστικής έννοιας του νερού ως έμβιου ή έμψυχου στοιχείου.

Αναξίμανδρος

 

Συστηματικότερος υπήρξε ο Αναξίμανδρος (610 – 546 π.Χ.). Έχοντας ως δεδομένα, εκτός από τη θεωρία του Νερού, τις σχεδόν ταυτόσημες μεταξύ τους θεογονικές παραστάσεις του Χάους, της Νύχτας, του Αέρα και του Ωκεανού, πέτυχε να κατανοήσει την πριν από τη διαμόρφωση του κόσμου κατάσταση του δομικού υλικού του και να θεωρήσει ως αρχή του σύμπαντος την έννοια της αδιαμόρφωτης μάζας. Αυτή την έννοια ο Αναξίμανδρος ίσως την ονόμασε ο ίδιος με τον όρο «Άπειρον», που τον εισηγήθηκε στη φιλοσοφία ουσιαστικοποιώντας το ουδέτερο του επιθέτου «άπειρος». Ο Αναξίμανδρος θεώρησε τη μάζα του «απείρου» ως «αθάνατον». Μεταβιβάζοντας αυτό το γνώρισμα από τα πρόσωπα των θεών στην κοσμολογική αρχή, ο Αναξίμανδρος πέτυχε να συλλάβει την έννοια της αφθαρσία της ύλης. Για τη γέννηση του κόσμου ο Αναξίμανδρος δίδαξε ότι αυτή άρχισε από την αδιαμόρφωτη μάζα του «απείρου», όταν ξεχώρισε με έκκριση το «γόνιμον», δηλαδή το σπέρμα του θερμού και του ψυχρού. Έτσι, με πυρήνα το ψυχρό, που αποτέλεσε τη μάζα της Γης, διαμορφώθηκε μια σφαίρα από τη μάζα του θερμού, που έσκασε και τα κομμάτια της περικλείστηκαν μέσα σε μικρότερες σφαίρες και αποτέλεσαν τα ουράνια σώματα. Από θερμοκρασιακές μεταπτώσεις πάνω στην επιφάνεια της Γης αιτιολόγησε ο Αναξίμανδρος και την εμφάνιση της ζωής και υπέθεσε πρώτος ότι ο άνθρωπος έχει προέλθει «εξ αλλοειδών ζώων».

Αναξιμένης

 

Η επιθυμία να κάνει αμεσότερα νοητό το «Άπειρον» του Αναξίμανδρου φαίνεται ότι ήταν η αφετηρία της θεωρίας του Αναξιμένη (585 – 525 π.Χ). Έτσι, με βάση την εμπειρία της γήινης ατμόσφαιρας και τις κρατούσες θεογονικές παραστάσεις του Αέρα, αυτός υπέθεσε ότι το σύμπαν απαρτίζεται αποκλειστικά από τη μάζα του αέρα και ότι από την πύκνωση και την αραίωσή του προέρχονται όλα τα φυσικά σώματα και φαινόμενα. Ίσως επέβαλαν στον Αναξιμένη την εκλογή αυτού του σώματος ως κοσμολογικής αρχής η χαοτική φύση του αέρα και η κινητικότητά του, που προϊδεάζουν για την ενέργεια και την αιτία της γένεσης και κάθε μεταβολής. Οπωσδήποτε σύμφωνα με πάγια υλοζωιστική αντίληψη, ο Αναξιμένης εννοούσε το αέρα ως ύλη και ενέργεια μαζί. Η θεωρία του Αέρα φαίνεται βέβαια απλοϊκή, ακόμα και με τα κριτήρια της εποχής της, ωστόσο ο Αναξιμένης πέτυχε να κάνει ορισμένα βήματα καθοριστικά για την εξέλιξη της κοσμολογίας: Διδάσκοντας ότι ο αέρας είναι όχι μόνο πριν από τη γένεση του κόσμου αλλά και παντοτινά η μοναδική ουσία του, προωθούσε το πρόβλημα από την κοσμογονία στην κοσμολογία, δηλαδή από την περιγραφική εξήγηση της καταγωγής του κόσμου στη λογική θεώρηση της δομής και της λειτουργίας του. Και θεωρώντας το θερμό και το ψυχρό, το υγρό και το ξηρό, ως καταστάσεις του αέρα, προσπαθούσε να κατανοήσει τις ποιότητες της ύλης και μάλιστα να τις εξηγήσει από τις ποσότητες. Έτσι, ο Αναξιμένης οδήγησε την υλοζωιστική θεώρηση του κόσμου ως την άκρα συνέπειά της και προετοίμασε την κορυφαία έκφρασή της στον Ηράκλειτο.

Ηράκλειτος

 

Με τη θεωρία της Φωτιάς, ενισχυμένη από την πιο αμείλικτη αμφισβήτηση κάθε αξίας που είχε θεμελιωθεί μυθικά και όχι επιστημονικά, ο Ηράκλειτος (540 – 480 π.Χ.) έφερε τον υλοζωισμό στην κριτικότερη έκφρασή του. Προεκτείνοντας τα διδάγματα των παλαιοτέρων του, θεώρησε το σύμπαν ως φωτιά, που μετατρέπεται σε ποικίλες μορφές, χωρίς ποτέ να χάνει την ταυτότητά της. Έτσι ο Ηράκλειτος δίδαξε ότι «τον κόσμο τούτο, τον ίδιο για όλους γενικά, ούτε θεός ούτ’ άνθρωπος τον έκανε, μα ήταν πάντα και είναι και θα ‘ναι πυρ αείζωο, που ανάβει με μέτρο και σβήνει με μέτρο». Η φωτιά είπε, εξηγώντας τη δομή και τη λειτουργία του κόσμου, μετατρέποντας πρώτα σε θάλασσα και της θάλασσας το μισό σε γη και τ’ άλλο μισό σε ρεύματα. Όλα αυτά με τη σειρά ξαναγίνονται φωτιά. Κάθε μεταστοιχείωση, κατά τον Ηράκλειτο, γίνεται «εις τον αυτόν λόγον», πράγμα που σημαίνει ότι το σταθερό ποσό της μάζας και η αυτορυθμιζόμενη ισορροπία της φύσης βρίσκουν τη μαθηματική διατύπωσή τους. Τα μεταξύ τους αντίθετα, όπως εξήγησε αυτός ο φιλόσοφος, δεν είναι αυθυπόστατες ουσίες αλλά διαφορετικά φανερώματα της φωτιάς. Το ον, λέει, συμφωνεί και διαφωνεί, μόνο με τον εαυτό του, το σύμπαν είναι δομημένο με συναρμογή από αντίρροπες δυνάμεις, και αυτό είναι η «παλίντονος» ή παλίντρομος αρμονία». Ευνόητο είναι ότι με μια τέτοια έννοια του σύμπαντος άνοιγε πια ο δρόμος για να μελετηθούν η ταυτότητα και η ετερότητα, ο χώρος και ο χρόνος, η κίνηση και η σχέση, το συνεχές και η διαιρετικότητα της ύλης ως ειδικά προβλήματα.
Μια από τις γνωστές «θέσεις» του Ηράκλειτου είναι ότι όλα στον κόσμο μεταβάλλονται ασταμάτητα («πάντα χωρεί και ουδέν μένει», κατά τη μαρτυρία του Πλάτωνα). Η θέση αυτή έγινε η αφετηρία για τη νεότερη διαλεκτική θεωρία, με την προσθήκη ότι η κίνηση προκαλείται από δυνάμεις που ενυπάρχουν στην πραγματικότητα.

Πυθαγόρειοι και Ελεάτες

Μαθηματικά και μυστικισμός: Πυθαγόρειοι

 

Η φυσιοκρατική επανάσταση του υλοζωισμού, που ξεκίνησε με τους Ίωνες στη Μικρά Ασία, επηρέασε, τόσο με τα κριτήρια της όσο και με τις θέσεις της, όχι μόνο τη συνέχεια της ίδιας της κοσμολογίας αλλά και άλλα πνευματικά ρεύματα της εποχής της, επιστημονικά και θρησκευτικά, καλλιτεχνικά και πολιτικά. Σε πολλά κείμενα, ποιητικά και θεολογικά, διαπιστώνουμε την επίδραση που άσκησαν οι υλοζωιστές στη σκέψη των συγχρόνων τους και των μεταγενεστέρων (Φερεκύδης ο Σύριος, Ξενοφάνης, Πυθαγόρειοι κ.α.). Ωστόσο η «Ιωνική επανάσταση» γρήγορα βρέθηκε αντιμέτωπη με τη «Δωρική επανάσταση». Απόψεις θεοκρατικές, αριστοκρατικές, εκπροσωπήθηκαν από τους Ορφικούς και τους Πυθαγόρειους. Αυτοί, με αρχηγό τον Πυθαγόρα (570 – 496 π.Χ.) αποπειράθηκαν να διαγράψουν ή, οπωσδήποτε να μειώσουν τη σημασία της κοσμογνωσίας που προσφερε ο υλοζωισμός και μεθόδεψαν το εγχείρημά τους, υποτάσσοντας το φυσικό κόσμο σε μια υπερβατική πραγματικότητα και προβάλλοντας πάνω στην έννοια του φυσικού σώματος μεταφυσικές δοξασίες σχετικές με την ψυχή. Με αυτούς η ενότητα του κόσμου, η κατακτημένη θεωρητικά από τους υλοζωιστές, διασπάστηκε σε αντιθετικά ζεύγη, η υλοζωιστική ουσία χωρίστηκε σε σώμα και ψυχή και γ σχέση του ειδικού με το γενικό παρουσιάστηκε ως σχέση του φαινομενικού με το πραγματικό. Η ιωνική σκέψη πέτυχε άμεσα προσβάσεις στο στρατόπεδο του αντιπάλου, αφού οι Πυθαγόρειοι αντικειμενικά αδυνατούσαν να ξεφύγουν από τους υλοζωιστικούς προσδιορισμούς. Στη μελέτη του φυσικού κόσμου όμως οι Πυθαγόρειοι πρόσεχαν τους αριθμούς περισσότερο από τα σώματα, δηλαδή τις σχέσεις περισσότερο από τις ουσίες. Έτσι αυτοί έδωσαν στην ιωνική κοσμολογία τη δική τους έκφραση, τη μαθηματική και μαζί μυστικιστική.
Τα κριτήρια αυτής της κίνησης φαίνονται καθαρά στο ακόλουθο πυθαγορικό κείμενο, που σχεδόν θεοποιεί τους αριθμούς: «Να θεωρούμε πρέπει τα έργα και την ουσία του αριθμού κατά τη δύναμη που είναι στη δεκάδα. Μεγάλη δηλαδή είναι η δύναμη και παντελής και παντουργός και θείου και ουράνιου βίου και ανθρώπινου αρχή και οδηγός κτλ. Και χωρίς αυτήν τα πάντα είναι άπειρα και άδηλα και αφανή κτλ.
Ψεύδος κανένα δε δέχεται η φύση του αριθμού κτλ».

Ελεάτες

 

Οι Ελεάτες βασίστηκαν γενικά στις κατακτήσεις της ελληνικής κοσμολογίας, τόσο στην ιωνική της μορφή όσο και στη δωρική. Αρχηγός τους ήταν ο Παρμενίδης (514 – 440 π.Χ.) από την Ελέα της Κάτω Ιταλίας, από όπου οι Ελεάτες ονομάστηκαν έτσι. Ο Παρμενίδης στηρίζεται στη μαθηματική σκέψη των Πυθαγορείων, αλλά η θεωρία του εκδηλώνεται κυρίως ως αντίδραση στο γεμάτο κινητικότητα σύστημα του Ηράκλειτου. Ο Ηράκλειτος είχε αναγνωρίσει το ον στο «αείζωον πυρ», που μεταμορφώνεται ολοένα και παίρνει, αυτό μόνο του, όλες τις μορφές που φανερώνονται μέσα στη φύση.
Ο Παρμενίδης δέχτηκε τη μοναδικότητα, την ενότητα και την αιωνιότητα του ηρακλειτικού όντος, αδυνατούσε όμως να δεχτεί την κινητικότητα και τη μεταβλητότητά του. Έτσι ο Παρμενίδης όρισε το ον ως «εν, συνεχές, τετελεσμένον, έμπλεον, ακίνητον, άναρχον, άπαυτον, ταυτόν, έμπεδον, ίσον» κτλ. Με μια πρωτόγονη συλλογιστική απέκλειε την αρχή και το τέλος, τη γένεση και το θάνατο, την αύξηση και τη φθορά, την κίνηση και τη μεταβολή, τη διαιρετότητα και την ασυνέχεια του όντος. Από αυτή τη θέση ο Παρμενίδης, εξήγησε το φυσικό κόσμο ως φαινομενικό κόσμο.

Ο υπερβατικός χαρακτήρας του όντος

 

Το Ον του Παρμενίδη, ως έννοια μεταφυσική, έχει ρίζες στη γενικότερη μυστικιστική και θεοκρατική παράδοση της προεπιστημονικής κοινωνίας. Οι μαθητές του Παρμενίδη Ζήνων και Μέλισσος υπερασπίστηκαν τη θεωρία του στην επιμέρους προβληματική της, αναπτύσσοντας κυρίως τη συλλογιστική του, που επιχειρούσε να δείξει λογικά αδύνατη την αρχή και το τέλος, τη γένεση και το θάνατο, την αύξηση και τη φθορά, την κίνηση και την μεταβολή, την διαιρετότητα και την ασυνέχεια του όντος. Για να αποδείξει ότι η κίνηση και η πολλαπλότητα δεν υπάρχουν, ο Ζήνων εισήγαγε την «επ’ άπειρον τομήν» : αν τα πράγματα ήταν διαιρετά, η διαιρετότητα τους θα μπορούσε να προεκταθεί στο διηνεκές του χρόνου. Αν όμως συνέβαινε αυτό, τότε το κάθε πράγμα θα ήταν ταυτόχρονα απείρως μεγάλο (λόγω του αριθμού των τμημάτων του) και απείρως μικρό (λόγω του αμελητέου μεγέθους των επιμέρους τμημάτων). 

Χωρισμός του ενιαίου κόσμου

 

Οι Πυθαγόρειοι και οι Ελεάτες από ιστορική άποψη είχαν ανταποκριθεί έγκαιρα στην ανάγκη να εξηγηθεί η γένεση των όντων σε αναφορά προς την ουσία τους. Με την προσπάθειά τους να κατανοήσουν αυτή τη σχέση, έφεραν στην επιφάνεια πλήθος γνήσια προβλήματα της φυσικής. Θέλοντας όμως να δώσουν κάποια ικανοποιητική απάντηση στο εμπειρικά απρόσιτο θέμα του μετασχηματισμού της ουσίας, χώρισαν τον ενιαίο κόσμο σε πραγματικό και σε φαινομενικό. Έτσι προκάλεσαν τη διάσπαση της έννοιας της υλοζωιστικής ουσίας σε ύλη και σε ενέργεια και, επομένως, οδήγησαν στη γένεση της πνευματοκρατίας και του υλισμού.

Συνδυαστικοί

Αντιδράσεις και διάλογος

 

Η ελεατική θεωρία προκάλεσε πολλαπλές αντιδράσεις σε διαφορετικά πεδία έρευνας, που από τότε ακριβώς αυτονομήθηκαν και εξελίχθηκαν σε ειδικούς κλάδους της φιλοσοφίας και της επιστήμης: στο γνωσιοθεωρητικό και το λογικό, στο οντολογικό και το μεταφυσικό, στο φυσικό και το μαθηματικό. Με τον Ηράκλειτο άνοιγε ο δρόμος για να μελετηθούν η ταυτότητα και η ετερότητα, ο χώρος και ο χρόνος, η κίνηση και η σχέση, η συνέχεια και η διαιρετότητα της ύλης. Η ελεατική θέση, πέρα από την αποδοχή ή την άρνηση που θα μπορούσε να προκαλέσει με την αποξένωσή της από την εμπειρική πραγματικότητα, έφερε στην επιφάνεια όλα αυτά τα ειδικά προβλήματα, όξυνε τη φύση τους στο έπακρο και έκανε επιτακτική την ανάγκη να δοθεί απάντηση σ’ αυτά. Διαφορετικά, η ελληνική σκέψη, φυσιοκρατική ή υπερβατική, κινδύνευε να γυρίσει πίσω στο μύθο. Ο διάλογος που ακολούθησε κορύφωσε τη σύγκρουση του δωρικού με το ιωνικό πνεύμα και η «γιγαντομαχία περί της ουσίας» δεν ήταν παρά μια φάση της αντιπαράθεσής τους, σε επίπεδο επιστημονικού – φιλοσοφικού στοχασμού.
Στο πεδίο της φυσικής, προτού η ελεατική θέση αντιμετωπιστεί από τους Ατομικούς, εκδηλώθηκαν τάσεις συγκερασμού των υλοζωιστικών διδαγμάτων με τα πυθαγορικά και ελεατικά. Η ακραία θέση του Παρμενίδη ότι ο φυσικός κόσμος είναι μόνο «βροτών δόξαι», δηλαδή ούτε καν «όψις αδήλων», μολονότι αιτιολογημένη από την ανεπάρκεια των αισθήσεων και το ανεξήγητο του μεταβολισμού της εμπειρικά και λογικά δεδομένης ουσίας, δε βρήκε αποδοχή πουθενά, ούτε καν στις πνευματοκρατικές σχολές. Αυτό ακριβώς έκανε πιο επιτακτική την ανάγκη να εξηγηθεί ικανοποιητικά η γένεση αναφορικά με την ουσία.

Η σύνθεση του Εμπεδοκλή

 

Μέσα σ’ αυτή την ένταση ο Εμπεδοκλής (494 – 434 π.Χ.) πρότεινε μια σύνθεση, με την οποία επιχειρούσε να συγκεράσει τις διιστάμενες απόψεις και συγκεκριμένα από τη μια να αξιοποιήσει και να δικαιώσει ιστορικά τις κυριότερες θέσεις της ιωνικής φυσικής και της ελεατικής οντολογίας και από την άλλη να εξηγήσει το μεταβολισμό της ουσίας, που βέβαια ήταν αυτονόητος για το υλοζωιστικό κριτήριο, αλλά είχε καταντήσει προβληματικός με τη νέα συλλογιστική. Έτσι ο Εμπεδοκλής, συνδυάζοντας τις κυριότερες κοσμολογικές αρχές που είχαν προταθεί ως την εποχή του, δίδαξε ότι το σύμπαν συντίθεται και αποσυντίθεται από τέσσερα καθαυτά αμετάβλητα «ριζώματα», δηλαδή το νερό και τη γη, τον αέρα και τη φωτιά. Πάνω σ’ αυτή την πολυαρχική βάση, τη σύμφωνη με τια γενικότερες απαιτήσεις της κοινωνίας της εποχής του, ο Εμπεδοκλής εξήγησε κάθε γένεση και φθορά ως «μίξιν» και «διάλλαξιν» από τα τέσσερα καθεαυτά αμετάβλητα «ριζώματα», σε διαφορετικές αναλογίες και σχέσεις για την κάθε μορφοπλασία. Με αυτό τον τρόπο ο Εμπεδοκλής δικαίωνε βέβαια την ελεατική θέση ότι το ον καθεαυτό δε μεταβάλλεται, αλλά ταυτόχρονα εξηγούσε και τη φυσική γένεση και φθορά. Και την εξηγούσε όχι πια ως φαινομενική διεργασία, όπως δογμάτιζαν οι Ελεάτες, αλλά ως διεργασία πραγματική σε σχέση με το ον. Τη θέση αυτή αργότερα αποδέχτηκαν ανεπιφύλακτα οι Ατομικοί. Αφού ο Εμπεδοκλής έδωσε τη δική του εξήγηση για τη σύσταση της ύλης και τη δομή των μορφών του κόσμου, επιχείρησε να αιτιολογήσει και τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η «μίξις» και η «διάλλαξις», δηλαδή επιχείρησε να εξηγήσει το μεταβολισμό της ουσίας με βάση την κίνηση. Η κίνηση, ενώ για τους υλοζωιστές ήταν σύμφυτη με το «αείζωον» δομικό υλικό του σύμπαντος, για την οντολογία των Ελεατών ήταν αδιανόητη (αφού πίστευαν ότι το ον είναι αμετάβλητο) και γι’ αυτό είχε θεωρηθεί φαινομενική. Έτσι ο Εμπεδοκλής, έχοντας ως δεδομένο την «παλίντροπον αρμονίαν» του Ηρακλείτου, εισηγήθηκε το «νείκος» και τη φιλότητα» ως δυνάμεις που έλκουν και απωθούν τα «ριζώματα». Με τον τρόπο αυτό, περιέγραψε το σύμπαν ως ακίνητο στο σύνολό του, κατά το ηρακλειτικό πρότυπο. Χωρίζοντας όμως τις κοσμογονικές δυνάμεις («νείκος – φιλότης») από τα φυσικά στοιχεία («ριζώματα»), ο Εμπεδοκλής διαιώνιζε τη διάσπαση της έννοιας της ουσίας σε ύλη και ενέργεια.

Αναξαγόρας

 

Στο ίδιο πλαίσιο με τον Εμπεδοκλή κινήθηκε και ο Αναξαγόρας (500 – 428 π.Χ.). Αφετηρία της προβληματικής του πάνω στο μεταβολισμό της ουσίας ήταν η απορία του για τη θρέψη: δεν του φαινόταν δηλαδή ευεξήγητο πως από την τροφή που εισάγουμε στο σώμα διαμορφώνονται πράγματα που πριν δεν υπήρχαν, σάρκα από μη σάρκα, κόκαλα από μη κόκαλα κτλ. Ότι βέβαια από το τίποτα δεν μπορεί να γίνει τίποτα, αυτό ήταν αξίωμα ήδη πριν από τη γέννηση της φιλοσοφίας. Πάνω σ’ αυτή τη βάση οι παλαιότεροι υποστήριζαν την αφθαρσία της ύλης και εξηγούσαν τη γένεση ως αλλοίωση. Επιπλέον, ο Παρμενίδης είχε δείξει ότι το ον δε μεταβάλλεται. Με αυτά τα δεδομένα, ο Αναξαγόρας ανέτρεξε στην υλοζωιστική παράδοση, και ειδικότερα στον Αναξίμανδρο, που είχε θέσει ως κοσμολογική αρχή την αδιαμόρφωτη μάζα του «απείρου» και έτσι έφτασε στο συμπέρασμα ότι η ύλη απαρτίζεται από μόρια κάθε είδους, μορφής, σχήματος, μεγέθους και αριθμού. Και ότι σε κάθε φυσικό σώμα υπάρχουν μόρια κάθε είδους («εν παντί παντός μοίρα ένεστι») (το νερό π.χ. και το ψωμί περιέχουν στοιχεία της ίδιας φύσης με το σώμα μας, άρα δεν υπάρχουν απλά στοιχεία, «ριζώματα»). Τέλος δέχτηκε ότι κάθε σώμα χαρακτηρίζεται μόνο από την επικρατούσα μέσα σ’ αυτό ομάδα από ομοειδή μόρια. Σύμφωνα με αυτή τη θέση, αλλά και με μια πάγια ήδη προσωκρατική αντίληψη, το ποσό της ύλης παραμένει για τον Αναξαγόρα σταθερό και ότι λέμε γένεση και φθορά δεν είναι παρά πρόσμειξη των μορίων της ύλης σε διαφορετικούς συνδυασμούς και σε διαφορετικές αναλογίες κάθε φορά. Όταν ο Αναξαγόρας ανταποκρίθηκε στην απορία για τη σύσταση της ύλης, χρειάστηκε να εξηγήσει και τις διεργασίες της γένεσης, κυρίως όμως την κινητήρια και μορφοπλαστική δύναμη του κόσμου. Ο Αναξαγόρας πάνω σ’ αυτό σκέφτηκε περίπου όπως ο Εμπεδοκλής και υπέθεσε ως αίτιο για την κίνηση το Νου, που γι’ αυτόν ήταν ουσία εντελώς ξεχωριστή από τα «ομού πάντα» συστατικά της ύλης. Έτσι όμως έδωσε συνέχεια στη διάσπαση της έννοιας της ουσίας σε ύλη και ενέργεια.

Ατομικοί

 

 

Τον πραγματικό αντίλογο στους Ελεάτες τον ανέλαβαν στο πεδίο της φυσικής οι Ατομικοί και στο πεδίο της γνωσιολογίας και της λογικής οι Σοφιστές. Οι Ατομικοί είδαν έγκαιρα ότι από τη διαμάχη της ελεατικής οντολογίας με την ιωνική φυσική είχαν βγει στην επιφάνεια γνήσιακαι κεντρικά προβλήματα ουσίας, που δεν μπορούσε να τα επιλύσει πια η εμμονή στον υλοζωισμό. Έτσι οι Ατομικοί μαθήτεψαν στους Ελεάτες και έμαθαν να τους αντιμετωπίζουν με επιχειρήματα ελεατικά. Κατ’ αρχήν οι Ατομικοί δέχτηκαν το ελεατικό δόγμα ότι το ον είναι αγέννητο και άφθαρτο, θέση που, επιτέλους, είχε την καταγωγή της στο ηρακλειτικό «ην αεί και εστίν και έσται», δε δέχτηκαν όμως ότι το ον είναι και ακίνητο και αδιαίρετο. Οι Ελεάτες είχαν αρνηθεί και την ύπαρξη τη δυνατότητα να κινείται και να διαιρείται το ον, επειδή γι’ αυτούς εκτός από το ον δεν υπήρχε τίποτ’ άλλο. Οι Ατομικοί παρατήρησαν ότι με αυτόν τον τρόπο οι Ελεάτες είχαν αρνηθεί και την ύπαρξη του κενού που το ταύτιζαν με το μη ον. Αλλά το «κενόν», το μη ον, απέναντι στο «πλήρες», στο ον, μπορεί να το λέμε μη ον, είναι όμως τόσο πραγματικό όσο και το ον. Με άλλα λόγια η ύπαρξη του κενού χώρου έπρεπε να θεωρείται τόσο βέβαιη όσο και η ύπαρξη του όντος. Αυτό ήταν το πρώτο βήμα για μια φυσιοκρατική ερμηνεία της ελεατικής φιλοσοφίας.

Η θεωρία του Ατόμου

 

Συγκεκριμένα, οι Ατομικοί πήραν αρνητική στάση απέναντι στη θεωρία του Ελεάτη Ζήνωνα για την «επ’ άπειρον τομήν», που βέβαια ήταν θεωρητικά δυνατή για τα σχήματα των μαθηματικών αλλά όχι και για τα φυσικά σώματα. Κρίνοντας τη θέση του Ζήνωνα, πρόσεξαν περισσότερο ότι με την «επ’ άπειρον τομήν» στο πεδίο της φυσικής το λογικό επακόλουθο θα ήταν να δεχτούμε άπειρο κενό, που θα έκανε δυνατή την απεριόριστη διαίρεση των σωμάτων. Και μάλιστα άπειρο κενό νοούμενο τελικά και ως μοναδική ουσία του σύμπαντος, σε αντίθεση βέβαια ακόμα και με την ίδια την ελεατική φιλοσοφία, που είχε αρνηθεί εντελώς την ύπαρξη του κενού, καθώς εκείνη το ταύτιζε με το μη ον. Διαπιστώνοντας λοιπόν το άτοπο της θεωρίας του Ζήνωνα, οι Ατομικοί βεβαιώθηκαν ότι τελικά υπάρχει από τη μια κενό, που κάνει δυνατή τη διαίρεση των σωμάτων, και από την άλλη έσχατα μόρια ύλης, που δεν επιδέχονται παραπέρα τομές και παραμένουν «άτομα», δηλαδή άτμητα. ‘Ετσι, ελέγχοντας το κύρος της θεωρίας του Ζήνωνα και της ελεατικής διδασκαλίας γενικότερα, οι Ατομικοί μετέφεραν την προβληματική της «διχονομίας» από τα μαθηματικά στη φυσική και πέτυχαν να συλλάβουν και να διατυπώσουν τη θεωρία του Ατόμου.

Δημόκριτος: η διδασκαλία για τα άτομα

 

Πάνω σ’ αυτή τη βάση ο Δημόκριτος (470/460 – 400/390 π.Χ.), ο πολυμερέστερος και μεθοδικότερος νους πριν από τον Αριστοτέλη, περιγράφοντας το Άτομο, δεν είχε πια καμιά αντίρρηση να αποδώσει σ’ αυτό τα περισσότερα από τα γνωρίσματα που οι Ελεάτες είχαν αποδώσει στο ον. Έτσι αυτός προσδιόρισε το άτομο ως αγέννητο, άφθαρτο, αναλλίωτο, πλήρες και τέλειο, ομοιόμορφα αυμπαγές, απαλλαγμένο από κενό, απλό, ενιαίο και αμερές, χωρίς αυξομειώσεις, αραιώσεις και πυκνώσεις ή διαστολές και συστολές, αδιαίρετο και με καθορισμένα όρια. Αντίθετα όμως από τους Ελεάτες, που πρόσθεταν στο ον και τα γνωρίσματα του μοναδικού, του σφαιρικού και του ακίνητου, ο Δημόκριτος είπε στην αντίστοιχη θέση του δικού του ορισμού για το άτομο ότι τα άτομα είναι άπειρα σε πλήθος και σε σχήματα και ότι κινούνται αιώνια μέσα στο κενό και μάλιστα σε άπειρους συνδυασμούς φοράς. Στη συνέχεια ο Δημόκριτος εξήγησε τις ποιότητες των φυσικών σωμάτων και φαινομένων και γενικά κάθε γένεση και φθορά μέσα στη φύση όχι από την ίδια την ουσία των ατόμων, αλλά από το «συναγελασμό» τους μέσα στο κενό, δηλαδή από τη συνάθροιση και τη διάλυσή τους, από το βαθμό πυκνότητας στη διάταξή τους κατά τη σύνοδό τους, από το μέγεθος και το σχήμα εκείνων των ατόμων που συμπλέκονται σε κάθε περίπτωση και από τη θέση και την τάξη τους μέσα στους σχηματισμούς τους. Έτσι δίδαξε ότι σε μια σύνοδο από σφαιρικά άτομα παράγεται η φωτιά, σε μια σύνοδο από πολυγωνικά άτομα ένα σώμα τραχύ κτλ. Με αυτή τη θεωρία ο Δημόκριτος, στηριγμένος κυρίως στα κριτήρια της ελεατικής οντολογίας, κατέκτησε την έννοια της «αποίου» ύλης (δηλαδή την ύλης που νοείται μόνο με τις ιδιότητες της μάζας, χωρίς ποιότητες). Από τη μηχανική και μόνο κίνηση της αποίοιυ ύλης, χωρίς άλλους συντελεστές, ο Δημόκριτος εξήγησε, σε βάση καθαρά ποσοτική, κάθε ποιότητα και ειδοποιό διαφορά. Χωρίζοντας την πραγματικότητα σε αληθινή («ετεη») και σε συμβατική (νόμω), δηλαδή στην ουσία της ύλης και στα επιφαινόμενά της, ο Δημόκριτος ως ένα σημείο συμβάδιζε βέβαια με τους Ελεάτες, που χώριζαν το ον από τα φαινόμενα. Ταυτόχρονα όμως απομακρυνόταν από εκείνους, γιατί μόνο αυτός εννοούσε την ουσία όχι μεταφυσικά αλλά υλικά και τα φαινόμενα της φύσης όχι ως αυταπάτη των ανθρώπων, αλλά ως κάτι που κατά κάποιο τρόπο επισυμβαίνει γύρω από την ουσία.

Δημόκριτος: σύνθεση και διάλυση άπειρων κόσμων

 

Σύμφωνα με τη θεωρία του Ατόμου, ο Δημόκριτος δίδαξε ότι ένας κόσμος συντίθεται, όταν σε μεγάλο κενό του διαστήματος συναθροίζονται αλληλοσυγκρουόμενα πολλά άτομα και με τη φορά τους σχηματίζεται δίνη. Μέσα σ’ αυτή τη δίνη, εξήγησε ο Δημόκριτος, τα ομοειδή άτομα έλκονται αμοιβαία, «συναγελάζονται» και απαρτίζουν ζώνες, που δεν είναι άλλο από τα προσιτά στις αισθήσεις μας φυσικά σώματα, δηλαδή φωτιά, αέρας, νερό, γη. Στη συνέχεια τα βαρύτερα από αυτά τα υλικά μαζεύονται στο κέντρο και αποτελούν τη Γη, ενώ τα ελαφρότερα εξωθούνται προς την περιφέρεια και διαμορφώνονται σε ουράνια σώματα και μετεωρολογικά φαινόμενα. Με αυτό τον τρόπο, υποστήριξε ο Δημόκριτος, συντίθενται και διαλύονται άπειροι κόσμοι. Γι’ αυτούς τους κόσμους, που τους θεωρούσε «μεγέθει διαφέροντας» και με «άνισα τα διαστήματα», έλεγε ακόμα ο Δημόκριτος ότι «τους μέν αυξέσθαι, τους δέ ακμάζειν, τους δε φθίνειν», ότι καταστρέφονται «υπ’ αλλήλων προσπίπτοντας», ότι σε μερικούς δεν υπάρχουν ήλιος και σελήνη, ενώ σε άλλους υπάρχουν περισσότεροι και «μείζω των παρ’ ημιν» και υπέθεσε «ενίους κόσμους ερήμους ζώων και φυτών και παντός υγρού».

Δημόκριτος: βιολογία και γνωσιολογία

 

Η σκέψη του Δημόκριτου γύρω από τα βιολογικά προβλήματα συμφωνεί με τις βασικές θέσεις της ατομικής θεωρίας. Έτσι υποστήριζε ότι χαρακτηριστικές ιδιότητες, δεξιότητες και όργανα, με τα οποία είναι προικισμένα τα ζώα, δεν έγιναν από δημιουργική σκοπιμότητα αλλά μόνο συμπτωματικά («συμπεσείν.. συνέβη.. από του αυτομάτου συστάντα επιτηδείως») και ότι από αυτά σώθηκαν μόνο όσα φάνηκαν κατάλληλα για τη συντήρηση του κάθε είδους, σε σχέση βέβαια με τους ειδικότερους όρους της ζωής του. Επίσης συνεπής με την κοσμολογία του, ο Δημόκριτος έβλεπε το ζωντανό οργανισμό ως «μικρόν κόσμον», αντίθετα από τους μεταγενεστέρους που έβλεπαν τον κόσμο ως ζωντανό οργανισμό. Την ψυχή τη θεωρούσε φυσικό σώμα, απέδιδε τη σύστασή της, όπως ακριβώς και της φωτιάς, σε συμπλοκή από σφαιρικά άτομα, την ταύτιζε με το νου και την πίστευε «φθαρτήν, τω σώματι συνδιαφθειρομένην». Στη θεωρία της γνώσης ο Δημόκριτος, αφού είχε διαχωρίσει στο πεδίο της φυσικής την ύλη από τα επιφαινόμενά της, αυτοδεσμευόταν να ακολουθήσει ένα αντίστοιχο σχήμα. Έτσι δίδαξε ότι η γνώση μας γενικά είναι «επιρρυσμίη», δηλαδή σχετική με τις καταστάσεις που μας περιβάλλουν και που δεν είναι παρά επιφαινόμενά της ύλης, όπως και εμείς οι ίδιοι, ενώ η «αλήθεια» βρίσκεται «εν βυθώ», δηλαδή στα «άτομα» και στο «κενόν». Με αυτή τη γενική θέση του είναι ευνόητο ότι ο Δημόκριτος, εφόσον αναγνώριζε ως μοναδική τη φυσική πραγματικότητα, εξηγούσε και όλες τις διεργασίες προς τη γνώση, από την αίσθηση ως τη νόηση, ως καθαρά φυσικούς μηχανισμούς. Από τους φορείς της γνώσης χαρακτήριζε την αίσθηση ως «σκοτίη» και τη νόηση ως «γνησίη», έκρινε όμως την πρώτη απαραίτητη για τη δεύτερη, όπως έκανε αργότερα και ο Αριστοτέλης, που θεωρούσε τη γνώση αδύνατη «έξω του αισθάνεσαι».

 
Νόμοι
Ποινές - Δικαιώματα
Κοινωνική - Οικονομική Πολιτική
Σοφιστική Σχολή
Συνδρομές - Εισφορές


Επιστροφή